Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ
|
|
Ενα από τα πιο σημαντικά γεγονότα των τελευταίων ετών υπήρξε η διάβρωση του πολιτικού λόγου στις ΗΠΑ από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό της «χριστιανικής Δεξιάς». Αυτές οι εξελίξεις άρχισαν να υπονομεύουν αργά αλλά σταθερά τον αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ κράτους και θρησκείας, που είχαν καθιερώσει οι πατέρες του αμερικανικού έθνους. Η πιο γνωστή και ακραία ίσως προσπάθεια επιβολής των θεοκρατικών αντιλήψεων ήταν στο χώρο της Παιδείας. Εκεί οι χριστιανοί προσπάθησαν να εξοβελίσουν τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης και να την υποκαταστήσουν με δικές τους «επιστήμες» που είχαν ως βάση αναφοράς τη Βίβλο.
Ομως κάθε κίνημα φέρνει και τις αντιδράσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση η αντίδραση εναντίον του θρησκευτικού φονταμενταλισμού παίρνει τη μορφή του λεγόμενου «νέου αθεϊσμού». Τρία βιβλία, τα οποία βγήκαν σε σχετικά μικρή χρονική απόσταση το ένα από το άλλο, δίνουν τον τόνο του νέου κινήματος. Πρόκειται για το «Λύνοντας τα μάγια» του φιλόσοφου Ντάνιελ Ντένετ, το «Η ψευδαίσθηση του Θεού» του βιολόγου Ρίτσαρντ Ντόκινς και το «Ο Κύριος δεν είναι Μέγας» του γνωστού δημοσιογράφου Κρίστοφερ Χίτσενς. Και τα τρία συνιστούν έντονες κριτικές όχι μόνο του χριστιανισμού αλλά γενικότερα κάθε θρησκείας. Και τα τρία έγιναν μπεστ σέλερ, γεγονός που δείχνει την απήχηση αυτών των αντιλήψεων.
Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ του κινήματος του «νέου αθεϊσμού» των ΗΠΑ και του αιτήματος του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας, στο οποίο εξαντλείται η φιλολογία της Αριστεράς στην Ελλάδα.
Για την Αριστερά στην Ελλάδα ο χωρισμός αυτός είναι η προϋπόθεση για την ύπαρξη ανοχής προς όλες τις θρησκείες. Για την αμερικανική Αριστερά, αντίθετα, αυτό το αίτημα δεν επαρκεί.
Οπως γράφει ο διευθυντής του σοσιαλδημοκρατικού περιοδικού «Dissent» Μίτσελ Κοέν: «Η Αριστερά θα πρέπει να ταυτίζεται αφενός με την ανοχή αλλά αφετέρου και με τον κριτικό λόγο. Το πρώτο ανέχεται τις διαφορετικές θρησκείες, όμως το δεύτερο αίτημα σημαίνει αμφισβήτηση της θρησκευτικής “αλήθειας” και των θρησκευτικών θεσμών».
Το θρησκευτικό φαινόμενο αποτελεί πάντοτε κίνδυνο για τις φιλελεύθερες αξίες στις οποίες θεμελιώνονται οι δυτικές κοινωνίες:
«Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι το σύγχρονο φιλελεύθερο κράτος αντιπροσώπευε μια πράξη τερματισμού των εμφύλιων πολέμων. Καθώς τερματίζεται η κυριαρχία του δημόσιου χώρου από τη θρησκεία καθίσταται δυνατή ταυτόχρονα η εμφάνιση ανοιχτών φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κοινωνιών. Οταν τα θρησκευτικά κινήματα θριαμβεύουν, όταν πιστεύουν ότι μπορούν να συγκροτηθούν στον δημόσιο χώρο, τότε κινδυνεύουν οι φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές αξίες».
Η θέση του ριζοσπαστικού κινήματος απέναντι στη θρησκεία δεν μπορεί να εξαντλείται στο αίτημα του χωρισμού κράτους και Εκκλησίας.
Αντίθετα θα πρέπει να στοχεύει στην προώθηση αυτού που ο Αμερικανός διανοητής αποκαλεί «κουλτούρα της εκκοσμίκευσης»: «Μια φιλελεύθερη ή σοσιαλδημοκρατική κοινωνία θα πρέπει να θέσει την κουλτούρα της εκκοσμίκευσης πάνω από τη θρησκεία. Ο λόγος οφείλεται στο γεγονός ότι η κουλτούρα της εκκοσμίκευσης μπορεί να συμπεριλάβει τις θρησκευτικές ζωές, ενώ αντίστροφα η θρησκευτική κουλτούρα δεν μπορεί να συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο απέναντι στην εκκοσμίκευση και τον αθεϊσμό».
Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική και φιλελεύθερη κοινωνία ανέχεται τον πλουραλισμό των διαφόρων θρησκειών στους κόλπους της, υπό την προϋπόθεση όμως ότι όλα τα θρησκευτικά κινήματα θα πρέπει να μεταφράσουν τα επιχειρήματά τους σε μια κοινή πολιτική γλώσσα:
«Η επιθετική στάση ορισμένων μορφών θρησκευμάτων στον δημόσιο χώρο στις ΗΠΑ και αλλού υπονομεύει την πιθανότητα μιας κοινής πολιτικής γλώσσας. Αν εγώ εκφράσω τις εκκοσμικευμένες ανθρωπιστικές μου ιδέες δημόσια, αν προσπαθήσω να πείσω τους συμπολίτες μου για την ορθότητά τους, θα πρέπει να είμαι έτοιμος να δεχτώ κριτική, σκληρή κριτική, που να αφορά κάθε μου λέξη και ιδέα. Θα μπορέσω να αντέξω την κριτική, ίσως να αλλάξω και τις ιδέες μου. Ομως τι συμβαίνει όταν οι πολιτικοθρησκευτικές πεποιθήσεις αντιμετωπίζουν την ίδια πρόκληση: Αν ένας μουσουλμάνος φίλος, στη βάση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, υποστηρίξει ότι θα πρέπει να ισχύει ένας νόμος τον οποίο και εγώ θα πρέπει να υπακούω, θα πρέπει να αμφισβητήσω την άποψή του για τον ρόλο του Αλλάχ ως προφήτη. Οποιοσδήποτε γνωρίζει λίγη Ιστορία, βλέπει ότι μια τέτοια αντίδραση θα οδηγήσει σε θρησκευτικό πόλεμο. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να του ζητήσω να εκκοσμικεύσει τις αρχές της επιχειρηματολογίας του».
Το πρόβλημα μέχρι σήμερα στις δυτικές κοινωνίες δεν ήταν τόσο η έλλειψη ανοχής προς τα διάφορα θρησκευτικά κινήματα αλλά μάλλον το αντίθετο: η υπερβολική ανοχή προς αυτά – τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά.
«Με καταπλήσσει ότι ορισμένα τμήματα της άκρας Αριστεράς προσπαθούν να απολογηθούν για τον ακραίο ισλαμισμό με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η προηγούμενη γενιά προσπαθούσε να απολογηθεί για τα εγκλήματα του σταλινισμού.
Ομως υπάρχουν και οι συντηρητικοί, που επίσης δεν έχουν μάθει τίποτα ή που παθαίνουν αμνησία όταν το θέμα αφορά τις θρησκευτικές διώξεις και φαίνεται να λησμονούν την ιστορική σημασία της εξημέρωσης της θρησκείας, στη βάση ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού πλαισίου. Εχουμε δείξει υπερβολική ανοχή στην επιθετική πολιτική θρησκευτικότητα, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τη χριστιανική Δεξιά στις ΗΠΑ, τον πολεμοχαρή πολιτικό ισλαμισμό στη Μέση Ανατολή ή τον φανατικό θρησκευτικό εθνικισμό των Ισραηλινών».
www.tmichas.wordpress.com