Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ
Τον επόμενο αιώνα ο κόσμος θα πρέπει να διπλασιάσει την παραγωγή τροφής, προκειμένου να θρέψει τα 800 εκατομμύρια που πεινάνε σήμερα και τα πρόσθετα 3 δισεκατομμύρια που αναμένονται μέχρι το 2050. Παράλληλα φαίνεται ότι μειώνονται οι υδάτινοι πόροι και η καλλιεργήσιμη γη. Η έλλειψη γης ήδη κάνει τους καλλιεργητές στην Ινδονησία και στη Νότια Αμερική να καίνε τα τροπικά δάση. Η αύξηση της ξηρασίας και της ερημοποίησης, που θα προκαλέσει η υπερθέρμανση της ατμόσφαιρας, θα επιδεινώσουν παραιτέρω την κατάσταση.
Από την πλευρά της η ανθρωπότητα έχει τα εργαλεία που μπορούν να ακυρώσουν το εφιαλτικό αυτό σενάριο. Το μεγαλύτερο όπλο είναι ασφαλώς η τεχνολογία. Ομως πολλές φορές η χρήση της σωτήριας τεχνολογίας παρεμποδίζεται από αντιλήψεις που δεν είναι κατ’ ανάγκη ορθολογικές.
|
|
Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η εφαρμογή της βιολογίας για την αύξηση της τροφής του πλανήτη. Η τεχνολογία των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων (ΓΤ) αποτελεί μια ίσως από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις της ανθρωπότητας, η εφαρμογή της οποίας μπορεί να λύσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα της έλλειψης τροφής που θα βιώσουν οι επόμενες γενιές. Ομως σε ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, στην Ευρώπη τουλάχιστον, τα ΓΤ τρόφιμα και οι καλλιέργειες προκαλούν έντονο φόβο. Πολλοί υποστηρίζουν ότι η τεχνολογία των ΓΤ είναι επικίνδυνη για την υγεία, καταστροφική για το περιβάλλον και ότι οι μόνοι που ωφελούνται από την ύπαρξή της είναι οι μεγάλες αγροτοβιομηχανίες.
Ομως σε άρθρο του στην αγγλική μηνιαία πολιτική επιθεώρηση Prospect, ο Αγγλος συγγραφέας και τ. βουλευτής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Ντικ Τάβερν, υποστηρίζει ότι, υπό το φως των τελευταίων ερευνών, οι προαναφερθείσες ενστάσεις δεν είναι καθόλου ορθολογικές: «Ποτέ ίσως άλλοτε στην Ιστορία», γράφει, «οι λαϊκές αντιλήψεις δεν ήταν τόσο μακριά από τα επιστημονικά δεδομένα».
Οσον αφορά το θέμα της υγείας, δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο που να τεκμηριώνει την ύπαρξη αυτού του κινδύνου:
«Ολες οι επιστημονικές ακαδημίες που αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των κορυφαίων επιστημόνων -της Ινδίας, της Κίνας, του Μεξικού, της Βραζιλίας, της Γαλλίας, των ΗΠΑ καθώς και της Βρετανίας- το έχουν επιβεβαιώσει. Επίσης ανεξάρτητες έρευνες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος που εγκυμονούν τα ΓΤ προϊόντα δεν είναι μεγαλύτερος από αυτόν που εγκυμονούν τα προϊόντα που καλλιεργούνται με τις παραδοσιακές μεθόδους. Το 2001 η διεύθυνση έρευνας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δημοσιοποίησε τις περιλήψεις 81 επιστημονικών μελετών, τις οποίες είχε χρηματοδοτήσει η ίδια η Ε.Ε. -και όχι ιδιωτικές επιχειρήσεις- που πραγματοποιήθηκαν σε μια περίοδο 15 ετών, προκειμένου να μελετήσουν αν τα ΓΤ προϊόντα δεν ήταν ασφαλή ή αν υπήρχαν ελλείψεις στον έλεγχό τους: ούτε μία από τις 81 επιστημονικές εκθέσεις δεν βρήκε ενδείξεις ότι τα ΓΤ προϊόντα προκαλούν βλάβες στους ανθρώπους ή στο περιβάλλον».
Εξ ίσου αδύναμα φαίνεται να είναι τα επιχειρήματα για τις υποτιθέμενες αρνητικές συνέπειες στο περιβάλλον που έχουν οι ΓΤ καλλιέργειες. Το επιχείρημα είναι ότι τα ΓΤ καταστρέφουν τη βιοποικιλομορφία. Χωρίς να αμφιβάλλει κανείς ότι η εισαγωγή ΓΤ καλλιεργειών σε ένα χώρο μπορεί -όπως κάθε καλλιέργεια- να έχει αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, εν τούτοις οι έρευνες που έχουν γίνει, δείχνουν ότι μέχρι σήμερα τουλάχιστον αυτό δεν φαίνεται να έχει συμβεί.
Μια αναλυτική μελέτη των επιπτώσεων στο περιβάλλον, που έκαναν οι Γκράχαμ Μπρουκς και Πίτερ Μπάρφοοτ σχετικά με τις γενικότερες επιπτώσεις των ΓΤ καλλιεργειών την πρώτη δεκαετία της χρήσης τους (από το 1996-2005), έδωσε τα εξής αποτελέσματα:
Η χρήση των εντομοκτόνων και των φυτοφαρμάκων μειώθηκε κατά 15% και 20% αντίστοιχα. Οι καλλιέργειες με υψηλή ένταση ενέργειας αντικαταστάθηκαν από καλλιέργειες χαμηλής έντασης ενέργειας. Σήμερα το ένα τρίτο των κόκκων της σόγιας στις ΗΠΑ παράγεται σε αγρούς που δεν έχουν οργωθεί. Πέρα από το γεγονός ότι η μη χρήση του οργώματος εξοικονομεί ενέργεια, έχει και πολλά άλλα περιβαλλοντικά οφέλη. Βελτιώνει την ποιότητα του εδάφους, προκαλεί λιγότερες αναταραχές στο έμβιο περιβάλλον και οδηγεί στη μείωση της παραγωγής αερίων που συμβάλλουν στην υπερθέρμανση του πλανήτη.
«Τα ΓΤ», συνοψίζει η έρευνα, «μειώνουν την εξάρτηση σε χημικά ψεκάσματα, εξοικονομούν ενέργεια, χρησιμοποιούν λιγότερα καύσιμα για την παραγωγή τους και οδηγούν στη μείωση των εκπομπών αερίων στην ατμόσφαιρα».
Οσον αφορά το ποιος οφελείται από τα ΓΤ προϊόντα, είναι γεγονός ότι με το σημερινό καθεστώς ωφελούνται κυρίως οι μεγάλες αγροτοβιομηχανίες. Αλλά αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαντλητικές ρυθμίσεις και ελέγχους που προωθούν οι πολέμιοι των ΓΤ.
Εκείνοι που ωφελούνται από τους ελέγχους και τις ρυθμίσεις που επικρατούν σήμερα στην εισαγωγή ΓΤ καλλιεργειών είναι οι μεγάλες βιομηχανίες. Από την αρχή υποστήριξαν τις ρυθμίσεις και πολέμησαν κάθε χαλάρωσή τους, προκειμένου να αποθαρρύνουν τον ανταγωνισμό από τις μικρές επιχειρήσεις που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο κόστος που επέβαλλαν οι έλεγχοι και οι ρυθμίσεις. Οι προσπάθειές τους στέφθηκαν από επιτυχία και αυτό είχε αποτέλεσμα σήμερα η αγροτική βιοτεχνολογία να είναι συγκεντρωμένη στα χέρια μερικών γιγάντων, όπως η «Μονσάντο».
Η συζήτηση φυσικά συνεχίζεται. Οπως κάθε νέο τεχνολογικά προϊόν έτσι και τα ΓΤ προκαλούν εύλογες ανησυχίες και ερωτήματα. Πάντως είναι γεγονός ότι τα ΓΤ προϊόντα έχουν πλέον διαδοθεί σε όλο τον κόσμο. Σήμερα καλλιεργούνται σε 22 χώρες σε μια έκταση άνω των 100 εκατομμυρίων στρεμμάτων από 10 εκατομμύρια ανθρώπους, εκ των οποίων τα 9 εκατομμύρια είναι φτωχοί καλλιεργητές σε αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα. Οι περισσότεροι από αυτούς τους μικροπαραγωγούς καλλιεργούν ένα βαμβάκι που είναι ανθεκτικό στα παράσιτα. Η κυβέρνηση της Κίνας ανακοίνωσε ότι η βιοτεχνολογία θα είναι ο κλάδος με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη τα επόμενα 15 έτη. Σύντομα περίπου το 50% των ερευνών για τα ΓΤ προϊόντα θα γίνεται στην Κίνα.
www.tmichas.wordpress.com
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 26/11/2007
Copyright © 2007 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.