matchpoint

Απριλίου 7, 2009

Οικονομία: οι διαφορές συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατών

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 3:05 μμ

<<Επιστροφή

 

Οικονομία: οι διαφορές συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατών

 

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ (www.tmichas.wordpress.com)

Σήμερα η μεγάλη διαφοροποίηση μεταξύ της σοσιαλδημοκρατικής και της συντηρητικής αντίληψης για την οικονομία δεν αφορά τόσο τον ρόλο του κράτους, υποστηρίζει ο γνωστός καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, Ρόμπερτ Ράιχ. Σύμφωνα με τον Ράιχ, που διετέλεσε και υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Κλίντον, αμφότεροι αναγνωρίζουν ότι το κράτος μπορεί να αποτελεί πρόβλημα – απλώς οι σοσιαλδημοκράτες πιστεύουν ότι πολλές φορές υπάρχουν και άλλα μεγαλύτερα προβλήματα από το κράτος.

Ούτε μπορεί η διαφοροποίηση των δύο πολιτικών αντιλήψεων να εντοπιστεί στο θέμα του επιπέδου της φορολογίας. Ο δεκαετής προϋπολογισμός που κατέθεσε ο πρόεδρος Ομπάμα προβλέπει μείωση της φορολογίας στο 19% του ΑΕΠ, δηλαδή σε επίπεδο χαμηλότερο και από αυτό που επικρατούσε τα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Παράλληλα προβλέπεται ότι οι κρατικές δαπάνες θα μειωθούν στο 22,5% του ΑΕΠ, δηλαδή στο ίδιο επίπεδο που ήταν την περίοδο της συντηρητικής κυβέρνησης Ρέιγκαν.

Οι μεγάλες διαφορές στην οικονομική πολιτική των δύο αντιλήψεων εντοπίζεται στα εξής τρία σημεία:

* Την κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης.

* Τον ρόλο των δημοσίων επενδύσεων.

* Τις ρυθμίσεις.

Οσον αφορά το πρώτο σημείο, ο Ρέιγκαν και μετέπειτα ο πρόεδρος Μπους πίστευαν ότι η οικονομική ανάπτυξη κατευθύνεται από τα «άνω προς τα κάτω». Οι χαμηλότεροι φόροι στα εύπορα στρώματα στόχευαν να τους κάνουν να αυξήσουν τις επενδύσεις τους, δημιουργώντας έτσι περισσότερες θέσεις εργασίας, κάτι που μακροπρόθεσμα ωφελούσε όλη την κοινωνία. Είναι γεγονός ότι η πολιτική αυτή οδήγησε σε άνοδο του χρηματιστηρίου και του ΑΕΠ, όμως, δεν ευνοήθηκαν όλοι στον ίδιο βαθμό. Ετσι την περίοδο Ρέιγκαν ο μέσος μισθός έμεινε στάσιμος, ενώ στη διάρκεια της προεδρίας Μπους μειώθηκε. Το 1980 το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού ιδιοποιούνταν το 9% του Εθνικού Εισοδήματος, ενώ 2007 ιδιοποιούνταν το 22%.

Αντίθετα, η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη, την οποία εκπροσωπεί σήμερα η κυβέρνηση Ομπάμα, πρεσβεύει ότι η οικονομία αναπτύσσεται καλύτερα «από τα κάτω προς τα άνω».

Αυτό σημαίνει αύξηση των φόρων στο πλουσιότερο 2% του πληθυσμού. Τα χρήματα θα χρησιμοποιηθούν, προκειμένου να αυξηθούν οι πανεπιστημιακές υποτροφίες στα παιδιά φτωχών οικογενειών, για τη βελτίωση των μισθών των καθηγητών εκείνων που το αξίζουν, τη διευρυμένη πρόσβαση στις παροχές υγείας, τη βελτίωση των υποδομών και τη χρηματοδότηση της έρευνας. Αυτές οι επενδύσεις πιστεύεται ότι θα οδηγήσουν στην αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων.

Το δεύτερο σημείο ουσιαστικής διαφοροποίησης -που συνδέεται με τα προαναφερθέντα- αφορά το ρόλο των δημόσιων επενδύσεων. Η κλασική συντηρητική αντίληψη θεωρούσε ότι οι δημόσιες επενδύσεις -με εξαίρεση τις επενδύσεις στη στρατιωτική τεχνολογία- παίζουν αρνητικό ρόλο στο βαθμό που «διώχνουν» τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η φιλοσοφία αυτή είχε οδηγήσει από το 1980 σε μια δραστική συρρίκνωση των δημόσιων επενδύσεων στην Παιδεία, τις υποδομές και τη βασική έρευνα.

Αντίθετα, η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη υποστηρίζει ότι μόνο οι δημόσιες επενδύσεις έχουν τη δυνατότητα να προσελκύσουν το ιδιωτικό κεφάλαιο. Στο βαθμό που οι δημόσιες επενδύσεις συμβάλλουν στη δημιουργία εργαζόμενων υψηλής παραγωγικότητας, καθώς και στην κατασκευή των αναγκαίων υποδομών, όχι μόνο δεν αντιστρατεύονται τις ιδιωτικές επενδύσεις, αλλά, αντίθετα, τις ενισχύουν.

Σήμερα η διεθνής ροή των κεφαλαίων κατευθύνεται προς χώρες όπου είτε το εργατικό κόστος είναι χαμηλό ή υπάρχει υψηλή παραγωγικότητα – όπου δηλαδή οι εργαζόμενοι είναι υγιείς, ασφαλείς και εκπαιδευμένοι.

«Από αυτή τη σκοπιά», γράφει ο Ράιχ, «κάθε χώρα αντιμετωπίζει μια στρατηγική επιλογή μεταξύ μιας πολιτικής χαμηλών μισθών ή υψηλής παραγωγικότητας. Η σοσιαλδημοκρατική αντίληψη αναγνωρίζει ότι ο μοναδικός πόρος που είναι ριζωμένος στην εθνική οικονομία είναι οι άνθρωποι -τα ταλέντα τους, η ικανότητά τους να συνεργάζονται- και τα συστήματα μεταφορών και τηλεπικοινωνιών που τους συνδέουν. Οι δημόσιες επενδύσεις αποτελούν το κλειδί για την προσέλκυση μακροπρόθεσμων ιδιωτικών επενδύσεων που θα συμβάλλουν στην ευημερία μιας χώρας».

Οσον αφορά το τρίτο σημείο, η ύπαρξη ρυθμιστικών ελέγχων αποτελούσε για τους συντηρητικούς ανάθεμα. Οι ρυθμίσεις, σύμφωνα με αυτή την άποψη, ήσαν τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη και ενθάρρυναν τη διαφθορά. Ομως, σύμφωνα με τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη, οι κατάλληλες (όχι όλες!) ρυθμίσεις αποτελούν μια απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη.

«Οταν επιβάλλονται με σωστό τρόπο», γράφει ο Ράιχ «οι ρυθμίσεις αποτελούν μια μορφή δημόσιων επενδύσεων, διότι κάνουν τους επενδυτές και τους καταναλωτές να εμπιστεύονται την ποιότητα των ανταλλασσόμενων προϊόντων και διασφαλίζουν ότι οι παράπλευρες επιπτώσεις του εμπορίου δεν βλάπτουν το κοινό». *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 06/04/2009

Δεκεμβρίου 30, 2008

«Homeschooling»: Μια λύση για την παιδεία;

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 3:03 μμ

ID: 1606298
Εντυπο: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ημ/νία: 29/12/2008

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ (www.tmichas.wordpress.com)

Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς τις επιμέρους προτάσεις της επιτροπής του καθ. Θάνου Βερέμη για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το γεγονός είναι ότι οι προτάσεις παραμένουν στον χώρο της παραδοσιακής κρατοκεντρικής περί παιδείας αντίληψης.

Αφ’ ενός εξακολουθεί να διατηρείται η παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία παιδεία σημαίνει τον δωδεκαετή υποχρεωτικό εγκλεισμό των νέων στα δημοτικά, γυμνάσια και Λύκεια. Αφ’ ετέρου διατηρείται το αποκλειστικό προνόμιο του κράτους να καθορίζει όχι μόνο το περιεχόμενο της παιδείας αλλά και τους ρυθμούς με τους οποίους το παιδί θα πρέπει να μάθει την ύλη.

Με άλλα λόγια, οι προτάσεις της επιτροπής Βερέμη δεν λύνουν κανένα από τα προβλήματα που έχουν οδηγήσει την παιδεία στην Ελλάδα στα σημερινά της χάλια. Ούτε συνάδουν με τη σύχρονη εποχή. Το μοντέλο της ιδρυματικής μαζικής εκπαίδευσης που προτείνει ο κ. Βερέμης αντανακλά τις απαιτήσεις της Βιομηχανικής Επανάστασης και όχι τη σημερινή εποχή του pc, του online learning, του ipod και του MySpace.

Η εναλλακτική

Μια ενδιαφέρουσα και πολλά υποσχόμενη παιδαγωγικά εναλλακτική λύση είναι το Homeschooling («εκπαίδευση στο σπίτι»). Εδώ την οργάνωση της εκπαίδευσης των παιδιών αναλαμβάνουν οι γονείς και η εκπαίδευση γίνεται είτε στα διάφορα σπίτια είτε σε εργαστήρια (για το μάθημα π.χ. της χημείας) τα οποία νοικιάζουν.

Την εκπαίδευση μπορεί να την παρέχουν είτε οι ίδιοι οι γονείς είτε εκπαιδευτικοί που προσλαμβάνονται από τους γονείς. Μια άλλη λύση που χρησιμοποιείται σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό είναι η online εκπαίδευση υπό από την καθοδήγηση ενός ενήλικα. Υπάρχουν αναλυτικά πακέτα οδηγιών με διάφορα συστήματα «κατ’ οίκον» εκπαίδευσης από τα οποία μπορούν να διαλέξουν οι γονείς εκείνο που ταιριάζει περισσότερο στις ικανότητες και την προσωπικότητα του παιδιού τους. Φυσικά το σύστημα βρίσκεται υπό από την επίβλεψη των Αρχών κάθε πολιτείας έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι τα παιδιά μαθαίνουν τη διδακτέα ύλη.

Ο τρόπος αυτός εκπαίδευσης γνωρίζει τεράστια άνθηση στις ΗΠΑ -όπου τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης έχουν πολλά κοινά σημεία με την περίπτωση της Ελλάδας.

Το 1970 15 χιλιάδες παιδιά παρακολουθούσαν στις ΗΠΑ το homeschooling. Το 1990 ο αριθμός είχε αυξηθεί στις 500 χιλ., το 1999 σε 850 χιλ., το 2003 σε 1,1 εκατομ. και το 2006 σε 2.4 εκατ.!

Τα πλεονεκτήματα του homeschooling είναι προφανή. Το παιδί μαθαίνει σε ένα οικείο και ευχάριστο περιβάλλον μαζί με τους φίλους, γείτονες ή συγγενείς του κάνοντας μάξιμουμ χρήση του χρόνου του και αποφεύγοντας τη δαπάνη χρόνου σε άσκοπες μετακινήσεις. Ομως το πιο σημαντικό είναι ότι ο ρυθμός της εκπαίδευσης προσαρμόζεται στις ικανότητες και τα ενδιαφέροντα του μαθητή -και όχι το αντίστροφο, όπως γίνεται σήμερα στην παραδοσιακή εκπαίδευση.

Οπως δείχνουν διάφορες έρευνες, σε όλα τα τεστ οι επιδόσεις των παιδιών του homeschooling είναι καλύτερες απ’ αυτές των παιδιών που ακολουθούν την παραδοσιακή εκπαίδευση. Ετσι π.χ. στις εξετάσεις SAT (κάτι αντίστοιχο με τις Πανελλήνιες) η βαθμολογία των παιδιών που εκπαιδεύονται στο σπίτι υπερβαίνει κατά 20% περίπου τον μέσο όρο.

Τα τεστ

Ομως η υπεροχή του homeschooling δεν εντοπίζεται μόνο στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Βρίσκεται επίσης και στην κοινωνικοποίηση. Κατ’ αρχάς, όπως δείχνουν διάφορα ψυχολογικά τεστ, τα παιδιά του homeschooling έχουν πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σε σχέση με τα υπόλοιπα. Επίσης, μια έρευνα που έκανε το 2003 το Εθνικό Ιδρυμα Εκπαίδευσης των ΗΠΑ έδειξε ότι το 71% των αποφοίτων του homeschooling δραστηριοποιείται σε κοινοτικές δραστηριότητες σε σχέση με μόνο 31% των παιδιών από παραδοσιακά σχολεία. Επίσης, οι νέοι που έχουν εκπαιδευτεί στο σπίτι ψηφίζουν συχνότερα στις εκλογές σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Τα τελευταία 5 έτη το 76% των παιδιών από το homeschooling ψήφισαν σε διάφορες εκλογές, ενώ ο μέσος όρος για τον υπόλοιπο πληθυσμό ήταν 29%.

Το homeschooling επιλέγεται από γονείς που έχουν άποψη για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Πρόκειται κυρίως είτε για θρησκευόμενους που θεωρούν ότι τα παραδοσιακά σχολεία προωθούν αξίες τις οποίες δεν συμμερίζονται, είτε για άτομα με παρελθόν στα κοινόβια των χίπις της δεκαετίας του ‘60 που και αυτοί δεν συμμερίζονται τις αξίες και τη φιλοσοφία του παραδοσιακού σχολείου. Ακόμα, είναι αυτονόητο ότι ένας τουλάχιστον από τους γονείς θα πρέπει να έχει τον χρόνο και τη διάθεση να ασχοληθεί σοβαρά με την εκπαίδευση των παιδιών.

Πάντως, είναι εκπληκτικό ότι στην Ελλάδα οι «προοδευτικές δυνάμεις» (στον βαθμό που ο όρος αυτός έχει νόημα στα Βαλκάνια…) εξακολουθούν να υποστηρίζουν την παραδοσιακή μορφή οργάνωσης της παιδείας στις μαζικές κρεατομηχανές που κατ’ ευφημισμό ονομάζονται «εκπαιδευτικά ιδρύματα». Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι ο ήρωας του χώρου Τσε Γκεβάρα ήταν προϊόν homeschooling. Για πρώτη φορά ο γιατρός Τσε πήγε σχολείο όταν ήταν 13. Μέχρι τότε την παιδεία του την είχε αναλάβει η μητέρα του στο σπίτι. *

Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Στήλη: ΠΛΑΝΗΤΗΣ-ΓΗ

Δεκεμβρίου 3, 2008

Υπάρχει ελευθερία έκφρασης στην Ελλάδα;

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 4:19 μμ

τύπου  | 02.12.2008

Großansicht des Bildes mit der Bildunterschrift:  

 

Ναι, μέχρις ενός ορισμένου σημείου, μέχρι του σημείου όπου δεν θίγονται τα εθνικά ταμπού, απαντά σε εκτενές άρθρο της σήμερα η μεγάλη γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung.

 

Αφορμή για το δημοσίευμα δίνει στον ανταποκριτή της εφημερίδας στο Βελιγράδι Μίχαελ Μάρτενς η περίπτωση του Τάκη Μίχα, του δημοσιογράφου που «από το μοναχικό του φυλάκιο», από τις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, σχολιάζει κριτικά τις εθνικές βεβαιότητες. Τότε αποπέμφθηκε από τη Νέα Δημοκρατία, επειδή είχε χαρακτηρίσει τον Μέγα Αλέξανδρο σφαγέα.

 

Και τώρα;Bildunterschrift: Großansicht des Bildes mit der Bildunterschrift:  

 

Τώρα κάναμε εμείς ένα λάθος που τον έθεσε πάλι στο στόχαστρο των πάγιων επικριτών του. Ο παπανδρεϊκός νόμος, δήλωνε στην ίδια γερμανική εφημερίδα την προπερασμένη Κυριακή, που επιτρέπει στους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες να ανακτήσουν την ελληνική ιθαγένεια και άρα να διεκδικήσουν πίσω τις περιουσίες τους, εξαιρεί τους Σλαβομακεδόνες της Βόρειας Ελλάδας και αυτή η εξαίρεση είναι ντροπή για ένα κράτος-μέλος της ΕΕ. Και λίγο πριν στο ίδιο άρθρο ένας ανώνυμος έμπορος εδώ στη Γερμανία δήλωνε ότι η Αθήνα διά τον φόβον αυτών των διεκδικήσεων αρνείται πεισματικά την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας. Και εμείς στη βιασύνη μας αποδώσαμε τη δήλωση του ανώνυμου εμπόρου στον Τάκη Μίχα, και ναι μεν επανορθώσαμε στην ιστοσελίδα μας, αλλά το κακό είχε γίνει και οι τα φαιά φορούντες και περί εθνικών θεμάτων λαλούντες τον είχαν παραλάβει τον Τάκη Μίχα πάλι. Που θα τον είχαν παραλάβει και τη δική του δήλωση να είχαμε ορθά αποδώσει γιατί κακά λόγια και τα μεν κακά και τα δε.

 

Το γαλανόλευκο πορτραίτοBildunterschrift: Großansicht des Bildes mit der Bildunterschrift:  

 

Αυτό είναι το θέμα στο σημερινό φύλλο της FAZ. Γράφει η γερμανική εφημερίδα: «Η Ελλάδα που συναντά ο αναγνώστης στα δοκίμια, τα άρθρα και τα βιβλία του Μίχα είναι πολύ διαφορετική από την αθώα, γαλάζια, φανταστική χώρα του Αλέξη Ζορμπά, αυτή που μας πουλάει η τουριστική διαφήμιση και που την αγοράζουμε κάθε τόσο με χαρά. Η Ελλάδα του Μίχα είναι μια κοινωνία διαποτισμένη από τον εθνικισμό, στην οποία είναι πολύ εύκολο ξαφνικά να δυσκολέψουν τα πράγματα για όσους γρατζουνίζουν το λούστρο του γαλανόλευκου πορτραίτου.»

 

Το ωφέλιμο και το αληθέςBildunterschrift: Großansicht des Bildes mit der Bildunterschrift:  

 

Η γερμανική εφημερίδα αναφέρεται και στην περίπτωση του Γρηγόρη Βαλιανάτου που πρόσφατα σε τηλεοπτική συζήτηση υποστήριξε ότι η βόρεια γείτων χώρα μας έχει το δικαίωμα να αποκαλείται με το συνταγματικό της όνομα και ότι υπάρχει σλαβομακεδονική μειονότητα στη Ελλάδα. Και πριν ο αλέκτωρ λαλήσει τρεις αποπέμφθηκε από το επιτελείο του ΠΑΣΟΚ. Συνολικά η εικόνα της σημερινής Ελλάδας που αναδύεται από το δημοσίευμα της FAZ είναι ένας τόπος ειδυλλιακός, αλλά καθυστερημένος, που πίσω από το χαμόγελο του Αιγαίου κρύβει κάτι άσχημες δοντάρες κοφτερές για όποιους σκέφτονται πέρα από τη νενομισμένη και την πεπατημένη. Και γιατί το παρουσιάζουμε εμείς αναλυτικά σήμερα; Όχι επειδή περιπέσαμε σε μικροπαράπτωμα στην απόδοση δηλώσεων, αλλά επειδή το άρθρο της FAZ μας θύμισε εκείνο το παλιό και ξεχασμένο, ότι «εθνικώς ωφέλιμον είναι το εθνικώς αληθές».     

 

Σπύρος Μοσκόβου

Deutsche Welle 

Mazedonien darf nich Zein

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 4:16 μμ

 

Frankfurter Allgemeine Zeitung (02/12/2008)

             Mazedonien darf nich Zein

 

Seit vielen Jahren schon steht der griechische Publizist Takis Michas in seiner Heimat mitunter auf verlorenem, zumindest aber auf einem sehr einsamen Posten. Als er es 1993 in einem Nebensatz seiner damaligen Zeitungskolumne wagte, Alexander den Großen einen “erbärmlichen Menschenschlächter” zu nennen, war die Aussage des damaligen Generalsekretärs der jetzigen Regierungspartei Nea Dimokratia, Michas sei ein “Vaterlandsverräter”, noch die harmloseste, fast spielerische Reaktion auf die zugespitzte Äußerung. Ein Parlamentsabgeordneter forderte, Michas solle verhaftet und ausgebürgert werden, ein anderer schlug vor, ihn durch eine öffentliche Tracht Prügel zur Räson zu bringen.

Als Michas dann im Jahr 2002 in den Vereinigten Staaten sein Buch “Die unheilige Allianz. Griechenland und Milosevics Serbien” veröffentlichte, in dem er die Verstrickung von Teilen der politischen Elite Athens in das serbische Regime beschrieb, hatte er seinen Ruf als antihellenischer Nestbeschmutzer vollends gefestigt. Das Griechenland, auf das der Leser in den Essays, Artikeln und Büchern von Michas stößt, unterscheidet sich erheblich von dem harmlosen, blauweiß gestreiften Alexis-Zorbas-Phantasialand mit Sonnenstand, Akropolis und Athen als Zugabe, als das es in der Tourismuswerbung verkauft und immer wieder gern genommen wird. Michas’ Griechenland ist eine vom Nationalismus durchdrungene Gesellschaft, in der es rasch sehr ungemütlich werden kann für jene, die am blauweißen Selbstdarstellungslack kratzen. Ganz allein steht er nicht mit dieser Einschätzung:

Der an der Aristoteles-Universität Thessaloniki lehrende Soziologe Michael Kelpanides sprach einmal von zutiefst nationalistischen und antiwestlichen Haltungen bei den linken und rechten Eliten des Landes, kombiniert mit einem “extrem nationalistischen Geist” der Bildungsinhalte, “dessen Vehemenz in ganz Westeuropa einzigartig ist”.

In diesen Tagen nun steht Michas wieder einmal in der vordersten Linie einer für Außenstehende zunächst bizarr anmutenden Debatte, die mittelbar auch mit dieser Zeitung im Zusammenhang steht. Vor zwei Wochen veröffentlichte die “Frankfurter Allgemeine Sonntagszeitung” eine Reportage über die slawische Bevölkerungsgruppe im Nordwesten Griechenlands an der Grenze zu Mazedonien, in der auch Michas zitiert wird. Da der nationale Konsens in Griechenland es jedoch so will, dass es eine mazedonische Minderheit nicht gibt und nie gegeben hat, stoßen Berichte über die slawischen Mazedonier im Norden des eigenen Landes in Athen meist auf viel Beachtung und Empörung. Das griechische Programm der “Deutschen Welle” fasste den Artikel in einer Presseschau zusammen, in der es abschließend heißt: “Der Artikel beinhaltet sogar die Ansicht des Journalisten Takis Michas, laut der der griechische Staat die ,mazedonische Minderheit’ nicht anerkennt, weil er befürchte, dass viele ,Slawomazedonier’ auf gerichtlichem Wege ihre Vermögen fordern könnten, die nach dem Bürgerkrieg von 1946/1949 konfisziert wurden.”

Eine solche Aussage findet sich sinngemäß tatsächlich in dem Artikel, jedoch stammt sie nicht von Michas. Geäußert hatte sie ein in Deutschland als Mazedonier mit slawischem Hintergrund unter griechischem Namen lebender Geschäftsmann, der aus Rücksicht auf seine Angehörigen in Nordgriechenland darum gebeten hatte, nicht namentlich zitiert zu werden. Nachdem die “Deutsche Welle” diese Einschätzung jedoch Takis Michas zugeschrieben hatte, entwickelte das falsch zugeordnete Zitat ein für den vermeintlichen Urheber widriges Eigenleben. “Athener Radiosender berichteten, meine Äußerungen hätten einen Sturm der Entrüstung ausgelöst. Zur gleichen Zeit tauchten Texte im Internet dazu auf”, sagt Michas. Das sei nicht so harmlos, wie es klingen möge, fährt er fort, denn er musste in seiner Karriere als Folge seiner Ansichten oft Rückschritte in Kauf nehmen: “In jedem normalen europäischen Staat wäre diese Art der Fehlinformation ein harmloser Fehler. In Griechenland jedoch, wo der extreme Nationalismus die dominierende Ideologie ist, die alle Bereiche des öffentlichen Lebens beeinflusst, kann so etwas sehr nachteilige berufliche Auswirkungen haben.” Übrigens hat die “Deutsche Welle” den Fehler inzwischen auf ihrer Internetseite korrigiert.

Erst im vergangenen Monat hatte dies der Fall von Grigoris Valianatos demonstriert, einem altgedienten Mitarbeiter der Panhellenischen Sozialistischen Bewegung (Pasok) von Oppositionsführer Andreas Papandreus. Valianatos hatte seit 1985 als Medienberater für die Pasok gearbeitet, war aber in einem Fernsehinterview so unvorsichtig gewesen, für das Recht Mazedoniens einzutreten, unter seinem verfassungsmäßigen Namen von der Staatengemeinschaft anerkannt zu werden. Damit legte er sich quer zur Politik von Ministerpräsident Kostas Karamanlis, die auch von der Opposition unterstützt wird. So hatte Griechenland auf dem Gipfel der Nato in Bukarest im April dieses Jahres die Aufnahme Mazedoniens in die Allianz verhindert. Athen will auch die weitere Annäherung Mazedoniens an die EU blockieren, wenn das Land seinen Namen nicht ablegt. Grigoris Valianatos ging in dem Fernsehinterview sogar noch weiter und stellte fest, dass es eine mazedonische Minderheit in Griechenland gebe. Zur Sicherheit stellte er allerdings klar, dass es sich dabei um seine private Ansicht handele, keinesfalls um die seiner Partei. Doch schon am nächsten Morgen musste er erfahren, dass es in Griechenland auch privat nicht empfehlenswert ist, eine mazedonische Minderheit für existent und das Recht der ehemaligen jugoslawischen Republik Mazedonien auf seinen Staatsnamen für selbstverständlich zu halten. Valianatos wurde von seinem Posten entlassen. Der Fall Valianatos sei bezeichnend, so Michas. Nach einem Vierteljahrhundert als Journalist in Griechenland sei er zu dem Schluss gekommen, dass es bei der Berichterstattung über die sogenannten “nationalen Themen” oft nicht um Objektivität gehe, sondern darum, die “national korrekte” Sichtweise zu reproduzieren. Ein Abweichen davon könne kostspielig sein, sagt er und erinnert an den Fall eines Journalisten in Thessaloniki, der vor einigen Jahren seine Stellung verlor, nachdem er über Greueltaten griechischer Soldaten geschrieben hatte. Es ging dabei um den griechischen Unabhängigkeitskrieg von 1821.

MICHAEL MARTENS

 

 

 

Σεπτεμβρίου 23, 2008

Το ιδιωτικό σχολείο ως τεκμήριο διαβίωσης

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 8:00 πμ

Ελευθεροτυπια 22/09

 

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

 

Αυτό που με εντυπωσιάζει πολλές φορές με τον Γιώργο Αλογοσκούφη δεν είναι απλά ο αναχρονισμός της σκέψης του, όσο το γεγονός ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο εγκαταλείπει αυτά που πίστευε τόσο αυτός όσο και οι συνεργάτες του. Πάρτε π.χ. την πρότασή του να θεωρείται η φοίτηση σε ιδιωτικό σχολείο ως φορολογικό τεκμήριο.

Προφανώς η πρότασή του έρχεται σε αντίθεση με όλες τις διεθνείς τάσεις που επικρατούν στον χώρο της εκπαίδευσης. Από τη Σουηδία μέχρι τη Νέα Ζηλανδία και από τη Δανία μέχρι τις ΗΠΑ η τάση είναι να διευκολύνονται οι γονείς χαμηλότερων εισοδημάτων να στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία αν το επιθυμούν. Αυτό γίνεται είτε με τη μορφή φοροαπαλλαγών (όπου ένα μέρος των διδάκτρων εκπίπτει της φορολογίας) είτε με την παροχή «κουπονιών παιδείας» (που ο ενδιαφερόμενος μπορεί να χρησιμοποιήσει σε όποιο σχολείο θέλει) είτε με τη μορφή επιδοτήσεων προς το ιδιωτικό σχολείο που καλύπτουν τα δίδακτρα των οικονομικά ασθενέστερων μαθητών. Αυτές οι τάσεις αντανακλούν φυσικά την άποψη αφ’ ενός ότι όλοι οι πολίτες ανεξαρτήτως εισοδήματος θα πρέπει να έχουν όσο το δυνατόν πιο διευρυμένες επιλογές στο θέμα της παιδείας και αφ’ ετέρου την ανάγκη ανάπτυξης και άμιλλας πολλών και διαφορετικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

Αντίθετα, το μέτρο του κ. Αλογοσκούφη στοχεύει στον περιορισμό των εκπαιδευτικών επιλογών που έχει ο μέσος πολίτης, τιμωρώντας φορολογικά εκείνους που θα επιλέξουν το ιδιωτικό σχολείο. Φυσικά εκείνοι που θα πληγούν περισσότερο δεν θα είναι οι οικονομικά εύποροι, που θα έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να στέλνουν τα παιδιά τους στο εκπαιδευτήριο της επιλογής τους, όσο οι μεσαίες τάξεις που βρίσκονται σε ένα οριακό εισοδηματικό επίπεδο. Να σημειωθεί ότι οι κυριότεροι πνευματικοί συνεργάτες του κ. Αλογοσκούφη είναι ένθερμοι υποστηρικτές της σχολικής επιλογής. Πανεπιστημιακοί όπως ο Γιώργος Μπήτρος, ο Τρύφωνας Κολιτζάς, ο Πάνος Ευαγγελόπουλος, ο Τάκης Λιαργκόβας κ.ά. έχουν γράψει κατά καιρούς πύρινα άρθρα υπέρ της μεγιστοποίησης των σχολικών επιλογών μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων ή «κουπονιών παιδείας». Την ίδια φιλοσοφία έχουν επίσης υποστηρίξει σε ομιλίες τους και προσωπικότητες του «μητσοτακικού χώρου», όπως η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Κωστής Χατζηδάκης, ο Θόδωρος Σκυλακάκης και ο Δημήτρης Κατσούδας.

Πού είναι όλοι αυτοί σήμερα όταν ο κ. Αλογοσκούφης παραβιάζει με τον πιο ωμό τρόπο τις αρχές που υποστηρίζουν; Δεν έχουν τίποτα να πουν; Πώς αύριο περιμένουν να σταθούν είτε μπροστά στους φοιτητές είτε στους ψηφοφόρους τους και να μιλήσουν για «μεγιστοποίηση των επιλογών του πολίτη», όταν σήμερα δέχονται αδιαμαρτύρητα μια πολιτική που οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα;



 

 

Σεπτεμβρίου 9, 2008

Που συμφωνουν οι οικονομολογοι

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 12:30 μμ

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ (www.tmichas.wordpress.com)

 

Μια σαφής ένδειξη ότι ένας κλάδος γνώσης μπορεί να θεωρηθεί επιστήμη, είναι το γεγονός ότι αυτοί που τον ασκούν, αρχίζουν να συμφωνούν σε ορισμένες βασικές αρχές ή συμπεράσματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο π.χ. η Φυσική είναι επιστήμη, ενώ η Ιστορία όχι. Τα οικονομικά βρίσκονταν μέχρι πρόσφατα κάπου στη μέση. Από τη δημιουργία τους, στις αρχές του 18ου αιώνα, η πορεία τους σημαδεύτηκε από μεγάλες διαμάχες και διαφωνίες. Ομως, όπως γράφει ο γνωστός Γάλλος οικονομικός δημοσιογράφος Γκι Σόρμαν, τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να διαμορφώνεται και εκεί μια συναίνεση σε ορισμένες βασικές αρχές που χαρακτηρίζουν μια επιστήμη. Ορισμένες από τις αρχές στις οποίες συμφωνεί η πλειονότητα των οικονομολόγων είναι:

*Η οικονομία της αγοράς είναι το πιο αποτελεσματικό οικονομικό σύστημα.

Οπως έδειξε και ο Αυστριακός νομπελίστας Φρίντριχ Χάγιεκ, κανένα σύστημα κεντρικού σχεδιασμού δεν μπορεί να διαχειριστεί την τεράστια ποσότητα πληροφόρησης που διαχειρίζεται αυτόματα η αγορά μέσω του συστήματος των τιμών. Κάθε κίνηση της τιμής ενός αγαθού μεταφέρει, με ταχύτητα αστραπής, πληροφόρηση σχετικά με τις επιθυμίες των καταναλωτών και τις παραγωγικές δυνατότητες των προμηθευτών.

*Το εμπόριο βοηθάει την οικονομική ανάπτυξη.

Οπως παρατηρούσε ο Ανταμ Σμιθ, βλέποντας την πατρίδα του, τη Σκωτία, να ωφελείται από το ελεύθερο εμπόριο, τα φτωχά κράτη μπορούν να πλουτίσουν μόνον αποκτώντας πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά. Η επιδίωξη της αυτάρκειας, αντίθετα, θα τα καταδικάσει στη φτώχεια και στη μιζέρια. Από την άλλη πλευρά, και οι καταναλωτές των πλούσιων χωρών κερδίζουν από το εμπόριο, καθώς τα αγαθά γίνονται φτηνότερα. Το εμπόριο βρίσκεται στη βάση τού εκπληκτικού θαύματος των «τίγρεων» της ΝΑ Ασίας, της Κίνας και τώρα της Ινδίας. Φυσικά, υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των οικονομολόγων σχετικά με τον βαθμό τού προστατευτισμού που πρέπει να εφαρμόζει μια χώρα η οποία βρίσκεται στις αρχές της οικονομικής απογείωσης.

* Οι σωστοί θεσμοί διευκολύνουν την οικονομική πρόοδο.

Ολοι σχεδόν οι οικονομολόγοι αναγνωρίζουν σήμερα ότι η οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αξιόπιστου και ανεξάρτητου νομικού συστήματος, που θα επιβάλλει την υλοποίηση των συμβολαίων και θα διασφαλίζει τον δίκαιο ανταγωνισμό. Οι θεσμοί που ενισχύουν τη διαφάνεια είναι ιδιαίτερα σημαντικοί. Χωρίς την ύπαρξη διαφάνειας, οι επιτήδειοι μπορούν να μανιπιουλάρουν τις αγορές και να αποθαρρύνουν τις επενδύσεις. Επίσης, η έλλειψη θεσμών που προωθούν τη διαφάνεια στις συναλλαγές, οδηγεί στη διαφθορά, η οποία αποτελεί ίσως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τη λειτουργία του συστήματος.

*Η «δημιουργική καταστροφή» είναι ο μοχλός της οικονομικής ανάπτυξης.

Οπως έδειξε ο Αυστριακός οικονομολόγος Τζόζεφ Σούμπετερ, ο καπιταλισμός δημιουργεί μια «θύελλα» καινοτομιών, «που συνεχώς επαναστατικοποιούν τις οικονομικές δομές εκ των έσω, καταστρέφοντας συνεχώς τις παλιές και δημιουργώντας συνεχώς νέες».

**Η νομισματική σταθερότητα είναι επίσης αναγκαία για την οικονομική ανάπτυξη. Ο πληθωρισμός κάνει πάντοτε κακό.

Η σταθερή νομισματική προσφορά ενθαρρύνει τις επενδύσεις και βοηθά στην κοινωνική συνοχή, ενθαρρύνοντας τα άτομα να αποταμιεύουν για το μέλλον. Αντίθετα, ο πληθωρισμός -που συνήθως προκαλείται από τα κυβερνητικά ελλείμματα- καταστρέφει την επιχειρηματικότητα και επιβραδύνει την ανάπτυξη. Πάνω απ’ όλα, δημιουργεί κοινωνικές ανισότητες: πλήττει τους οικονομικά ασθενέστερους, καθώς οι μισθοί και οι συντάξεις τους δεν μπορούν να ακολουθήσουν την αύξηση των τιμών.

*Η ανεργία μεταξύ των ανειδίκευτων εργαζομένων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος της εργασίας.

Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι σκληρύνσεις στην αγορά εργασίας (εμπόδια στις προσλήψεις/απολύσεις, «μονιμότητα» κ.λπ.), παρ’ όλο που προωθούνται μέσω μιας «φιλολαϊκής» ρητορικής, οδηγούν σε αύξηση του κόστους εργασίας και κατά συνέπεια σε υψηλότερη ανεργία. Η ύπαρξη αυτών των σκληρύνσεων σύμφωνα με τους περισσότερους οικονομολόγους, είναι ένας από τους λόγους που εξηγούν τα υψηλά ποσοστά ανεργίας σε ορισμένες χώρες της Ευρώπης, σε σχέση με τις ΗΠΑ.

*Ο καλύτερος δείκτης της ευρωστίας μιας οικονομίας είναι η αύξηση του ΑΕΠ.

Ενώ είναι γεγονός ότι η αύξηση του ΑΕΠ δεν λύνει όλα τα προβλήματα, η απουσία της δεν λύνει κανένα. Οι οικονομολόγοι κάνουν έναν διαχωρισμό μεταξύ μακροπρόθεσμης και βραχυπρόθεσμης ανάπτυξης. Η μακροπρόθεσμη αύξηση του ΑΕΠ -στη Δύση, 2% ετησίως κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα- υπήρξε το αποτέλεσμα της συσσώρευσης του κεφαλαίου και, πάνω απ’ όλα, των τεχνολογικών καινοτομιών που αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας. *



ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 01/09/2008



Διπλό σήμα για Ελλάδα από Ομπάμα

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 12:28 μμ

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

 

Νίκη του Μπάρακ Ομπάμα στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ θα σημάνει, εκτός των άλλων, ότι η «γενιά του Βιετνάμ» παραδίδει τη σκυτάλη στη «γενιά της Βοσνίας». Και η αλλαγή αυτή θα χρωματίσει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.

 

Φίλος της χώρας μας θεωρείται ο υποψήφιος αντιπρόεδρος του Ομπάμα, Τζον Μπάιντεν.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ρόλο στην εξωτερική πολιτική του νέου προέδρου θα έχουν πρόσωπα που δραστηριοποιήθηκαν πολιτικά στη διάρκεια του πολέμου της Βοσνίας, τη δεκαετία του ‘90. Ο ίδιος ο υποψήφιος αντιπρόεδρος Τζ. Μπάιντεν, ο προαλειφόμενος για τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, Αντονι Λέικ και η σύμβουλος των Δημοκρατικών καθηγήτρια Σαμάνθα Πάουερ είναι άτομα που βίωσαν έντονα εκείνα τα δραματικά γεγονότα στα Βαλκάνια.

Ο κύριος Βοσνία

* Η ταύτιση του Αντονι Λέικ με το πρόβλημα της Βοσνίας ήταν τόσο μεγάλη ώστε, όπως διηγείται ο ίδιος, στη διάρκεια της θητείας του ως συμβούλου εθνικής ασφάλειας του Μπιλ Κλίντον, «αισθανόμουν σαν να είχα ένα μεγάλο “Β” γραμμένο στο μέτωπό μου. Ετσι, όποτε με έβλεπε ο Κλίντον χάλαγε το κέφι του γιατί συνειδητοποιούσε ότι έπρεπε να ασχοληθεί με το καταραμένο αυτό θέμα».

Ο Λέικ ήταν ο εμπνευστής της πολιτικής «Lift and strike» -δηλαδή άρση του εμπάργκο όπλων στους Βόσνιους σε συνδυασμό με βομβαρδισμούς βάσεων των Σερβοβόσνιων.

* Η Σαμάνθα Πάουερ, που σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, άρχισε την επαγγελματική της πορεία ως δημοσιογράφος και βρέθηκε στη Βοσνία την περίοδο του πολέμου ως «φρι λανς» ρεπόρτερ, σε ηλικία 23 ετών, έχοντας μόλις αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο του Γιέιλ.

Εζησε, ωστόσο, τη μία πλευρά της τραγωδίας. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι εθνικές εκκαθαρίσεις κι ο καθημερινός βομβαρδισμός του Σεράγεβου από τις δυνάμεις του Κάρατζιτς σημάδεψαν τη σκέψη της. Επέστρεψε, λοιπόν, στις ΗΠΑ εξαγριωμένη και έκτοτε όλα της τα κείμενα είναι ένα «κατηγορώ» κατά της Ουάσιγκτον που δεν αποτρέπει (ή δεν αναγνωρίζει) γενοκτονίες σε χώρες όπως η Τουρκία (Αρμένιοι), η Καμπότζη, η Ρουάντα.

Η αδυναμία αυτή, σύμφωνα με την Πάουερ, βλάπτει την αξιοπιστία των ΗΠΑ: «Δεν μπορείς να αφήνεις αυτού του είδους τα εγκλήματα ατιμώρητα. Θα είναι πάντοτε μαζί μας και θα γίνουν ο εφιάλτης μας», υποστηρίζει.

* Σημαντική ήταν επίσης η εμπλοκή του Τζ. Μπάιντεν στη διαμόρφωση της πολιτικής των ΗΠΑ για τη Βοσνία, στο πλαίσιο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας. Υποστήριξε νωρίς την άρση του εμπάργκο όπλων για τους μουσουλμάνους της Βοσνίας (κάτι που τον έφερε σε αντίθεση ακόμη και με τον Μπιλ Κλίντον), υιοθετώντας τη θέση ότι το ΝΑΤΟ έπρεπε να αναλάβει ενεργό ρόλο.

Στην αυτοβιογραφία του «Υποσχέσεις που θα τηρηθούν», ο γερουσιαστής περιγράφει τη συνάντησή του με τον Μιλόσεβιτς στο Βελιγράδι το 1993. Οταν ο τελευταίος τον ρώτησε «τι πιστεύεις για μένα;» ο Μπάιντεν του απάντησε: «Πιστεύω ότι είσαι ένας εγκληματίας πολέμου και πρέπει να δικαστείς γι’ αυτό!».

Θετικές συνέπειες

- Το καλό για την Ελλάδα με το επιτελείο του

Ομπάμα είναι πως τα μέλη του απορρίπτουν τη «δαιμονοποίηση» των Βαλκανίων ως «πρωτόγονης περιοχής με πολλά και αρχέγονα μίση».

«Οι λαοί των Βαλκανίων», έγραφε ο Μπάιντεν στην εφημερίδα «Washington Quarterly», «αποτελούνται από ανθρώπους με αισθήματα, που, όπως και οι άλλοι Ευρωπαίοι, μαθαίνουν από τα λάθη τους, αν τους δοθεί ένα σταθερό πλαίσιο που θα τους επιτρέψει να το κάνουν».

- Το κακό για την Αθήνα, όμως, είναι ότι για τη «γενιά της Βοσνίας» η Ελλάδα έχει καταγραφεί ως χώρα ταυτισμένη με τη Σερβία. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πρόσφατη ραδιοφωνική συζήτηση η Σαμάνθα Πάουερ κατηγόρησε την Ελλάδα και τη Ρωσία ότι ενθαρρύνουν από κοινού τη σκληρή στάση του Βελιγραδίου στο Κόσοβο.



ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 07/09/2008



Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Εθνική κυριαρχία και επεμβάσεις «ανθρωπιστικές»

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 12:19 μμ

Πλανήτης ΓΗ

 

 

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ (www.tmichas.wordpress.com)

 

Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Γεωργία έφεραν ξανά στο επίκεντρο της επικαιρότητας τη συζήτηση σχετικά με τα κριτήρια της «εθνικής κυριαρχίας» και της «εθνικής ακεραιότητας».

 

Είναι γεγονός ότι τόσο στην περίπτωση της Οσετίας και της Αμπχαζίας όπως και παλαιότερα στην περίπτωση του Κοσόβου υπερίσχυσαν άλλα κριτήρια. Τόσο στην περίπτωση της Γεωργίας όσο και στην περίπτωση του Κοσόβου τα κριτήρια που επικαλέστηκαν οι δυνάμεις που παρενέβησαν ήταν ανθρωπιστικά, δηλαδή «εθνικές εκκαθαρίσεις» και «γενοκτονία»: στην περίπτωση του Κοσόβου τις εθνικές εκκαθαρίσεις των Αλβανών από τη Σερβία του Μιλόσεβιτς και στην περίπτωση του Καυκάσου τις εθνικές εκκαθαρίσεις των Οσετών από τη Γεωργία του Σαακασβίλι. Οι περιπτώσεις των δύο επεμβάσεων ελάχιστα διέφεραν μεταξύ τους και είναι απορίας άξιο ότι πολλοί υποστηρικτές της μιας παρέμβασης μπορούν να διαφωνούν με την άλλη.

Είναι φυσικά γνωστό ότι πολλοί στοχαστές έχουν, για ποικίλους λόγους, έντονες αντιρρήσεις για τις λεγόμενες «ανθρωπιστικές παρεμβάσεις». Αυτό που είναι ίσως λιγότερο γνωστό είναι ότι η κριτική εναντίον των «ανθρωπιστικών παρεμβάσεων» φαίνεται να ενώνει τη συντηρητική Δεξιά με την άκρα Αριστερά.

Ετσι, στον χώρο της Αριστεράς, άτομα όπως ο μακαρίτης Εντουαρντ Σάιντ,ο Νόαμ Τσόμσκι και άλλοι πρωτοστάτησαν εναντίον των διεθνών παρεμβάσεων στο Κόσοβο (και αλλού) θεωρώντας αυτές τις παρεμβάσεις ως έναν τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ επιδιώκουν να κατοχυρώσουν την ηγεμονία τους… Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κόσοβο, ο Σάιντ ασκούσε κριτική εναντίον πολλών κεντρώων που «χρησιμοποιούν την έννοια της ανθρωπιστικής παρέμβασης για να δικαιολογούν τους βομβαρδισμούς». Οπως χαρακτηριστικά έλεγε ένας άλλος γκουρού της Αριστεράς, ο Ζαν Μποντριγιάρ, «τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν προ πολλού απορροφηθεί από τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και χρησιμοποιούνται ως άλλοθι. Ανήκουν στη νομική και ηθική υπερδομή – εν συντομία πρόκειται για διαφημιστικά μηνύματα». Για την άκρα Αριστερά ο κινητήριος μοχλός αυτών των παρεμβάσεων δεν είναι κάποιες αφηρημένες ηθικές τύψεις, αλλά, αντίθετα, το κυνικό συμφέρον ενός κράτους ή της άρχουσας οικονομικής τάξης.

Ομως, ανάλογες είναι και οι απόψεις που βρίσκει κανείς στον χώρο των «ρεαλιστών», που συνήθως ταυτίζονται με την «αντιδραστική» Δεξιά. Και στον χώρο αυτό η άποψη που επικρατεί είναι ότι στις διεθνείς σχέσεις το μόνο που μετράει είναι η δύναμη και τα κρατικά συμφέροντα.

Για τη σχολή αυτή η διεθνής πολιτική δεν έχει ηθική και αποτελεί μια άγρια πάλη για επιβίωση και κατάκτηση. Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης δεν υπάρχει χώρος για ανθρωπιστικές παρεμβάσεις. «Δεν θα πρέπει να στέλνουμε τα στρατεύματά μας να σταματήσουν τις εθνικές εκκαθαρίσεις σε χώρες που βρίσκονται έξω από τα στρατηγικά μας συμφέροντα», έλεγε η Κοντολίζα Ράις σε μία από τις πρώτες ομιλίες της. (Να θυμηθούμε εδώ ότι αρχικά η επέμβαση του Ιράν έγινε για την προστασία των συμφερόντων των ΗΠΑ, και όχι επειδή ο Σαντάμ παραβίαζε τα ανθρώπινα δικαιώματα.)

Ενας από τους πιο εξέχοντες σύγχρονους αντιπροσώπους της σχολής των «ρεαλιστών» είναι ο Χένρι Κίσιγκερ. Μετά τον πόλεμο του Κοσόβου ο Κίσινγκερ κατηγόρησε τον Τόνι Μπλερ «για την εγκατάλειψη της ιδέας της εθνικής κυριαρχίας» και την «προώθηση ενός νέου στιλ εξωτερικής πολιτικής, που καθορίζεται από την εσωτερική πολιτική και την επίκληση οικουμενικών ηθικών συνθημάτων». Ενας άλλος εκλεκτός διανοητής της σχολής των «ρεαλιστών», ο Χαντς Μόργκενχαου, υποστήριζε ότι η κατάκτηση ασθενών κρατών -από ισχυρότερα πάντοτε- δικαιωνόταν στο όνομα του «ανθρωπισμού».

Πάντως, είναι λάθος να πιστεύει κανείς ότι οι «ανθρωπιστικές παρεμβάσεις» είναι ένα σημερινό φαινόμενο που άρχισε με τον Μπιλ Κλίντον και τον Τόνι Μπλερ. Οπως γράφει ο καθηγητής του Πρίνστον Gary Bass στο πρόσφατο βιβλίο του «Η πάλη της ελευθερίας» («Freedom’s battle»), αυτού του είδους οι παρεμβάσεις αποτελούν ένα φαινόμενο που πάει πολλά χρόνια πίσω – και συγκεκριμένα στον 19ο αιώνα. Ανατρέχοντας τη σύγχρονη ιστορία, ο Bass υποστηρίζει ότι η πρώτη «ανθρωπιστική παρέμβαση» ήταν των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ελληνική Επανάσταση του ‘21. Τότε οι Δυνάμεις περιφρόνησαν την «εθνική ακεραιότητα» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προκειμένου να βοηθήσουν τους Ελληνες να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Με αποκορύφωμα τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, το 1827, όπου οι ναυτικές δυνάμεις της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας κατέστρεψαν ολοσχερώς τον οθωμανικό στόλο. *



ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 08/09/2008



Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Αυγούστου 4, 2008

Ο Κάρατζιτς και οι Ελληνες πολιτικοί

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 12:14 μμ

ID: 1570323
Εντυπο: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ημ/νία: 30/07/2008
Σελ.: 8 ,9
Κατηγορία: Εν-στάσεις

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

8

9

Φαντάζεστε να μαθευόταν ότι ο Τζον ΜακΚέιν είχε λάβει μέρος σε μια πανηγυρική εκδήλωση υπέρ του μακαρίτη δικτάτορα της Χιλής Πινοσέτ; Είναι σίγουρο ότι το γεγονός αυτό θα είχε γίνει κύριο θέμα στα αμερικανικά ΜΜΕ και οπωσδήποτε θα επηρέαζε τις εκλογικές του προοπτικές. Και βέβαια, θα είχε προβληθεί από τους Δημοκρατικούς και τον υποψήφιό τους, Μπαράκ Ομπάμα. Στην Ελλάδα, γνωρίζουμε ότι ο σημερινός πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής είχε παρευρεθεί σε μια πανηγυρική εκδήλωση υπέρ του Ράντοβαν Κάρατζιτς, τον Ιούνιο του 1993. Ο Ελληνας πρωθυπουργός είναι ο μοναδικός Ευρωπαίος πολιτικός ηγέτης που έχει παρευρεθεί σε μια τέτοιου είδους εκδήλωση. Να σημειωθεί εδώ ότι η ηθική υποστήριξη του κ. Καραμανλή προς τους κατηγορουμένους για γενοκτονία στη Βοσνία εγκληματίες δεν ήταν ένα «στιγμιαίο» παράπτωμα. Οχι μόνο δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να δώσει εξηγήσεις για τη συμμετοχή του σε αυτή τη θλιβερή εκδήλωση, αλλά αργότερα συμπεριέλαβε στις λίστες των υποψηφίων της Ν.Δ. στις εκλογές του 2003 έναν άλλο υποστηρικτή των Σερβοβόσνιων, τον δικηγόρο Αλέξανδρο Λυκουρέζο, που μάλιστα είχε τυπώσει προεκλογικά διαφημιστικά φυλλάδια, στα οποία υπήρχε η φωτογραφία του άλλου κατηγορουμένου ως εγκληματία πολέμου, Ράτκο Μλάντιτς!

Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι η αξιωματική αντιπολίτευση του «νέου» ΠΑΣΟΚ, με ευκαιρία τη σύλληψη του Κάρατζιτς, θα ασκούσε έντονη κριτική στις πράξεις του πρωθυπουργού. Οταν κανείς π.χ. θέτει θέμα πρωθυπουργικής ευθύνης για οικονομικές ατασθαλίες στο υπουργείο Πολιτισμού, είναι αδιανόητο να μην ασκεί κριτική σε ένα τόσο σοβαρό θέμα όπως είναι η -έστω και έμμεση- ηθική υποστήριξη του σημερινού πρωθυπουργού σε ένα άτομο που βαρύνεται, μεταξύ άλλων, για τον τετραετή καθημερινό βομβαρδισμό αμάχων στο Σαράγεβο,τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Ομάρσκα, στο Μπράτοβατς, το Ντομπόι κ.α. και, τέλος, τη μεγαλύτερη σφαγή στην Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή τη Σρεμπρένιτσα. Θα περίμενε κανείς από τους κ. Λοβέρδο και Μπεγλίτη να βρουν τον χρόνο να κάνουν και μια αναφορά στην πρωθυπουργική παρουσία στις εκδηλώσεις υπέρ του Κάρατζιτς. Ιδιαίτερα όταν ο σημερινός αρχηγός του κόμματός τους, Γιώργος Παπανδρέου, είναι ίσως ο μοναδικός Ελληνας πολιτικός που δεν έχει εμπλακεί σε μια ανάλογη ιστορία. Φυσικά, θα ήταν αδιανόητο για το ΠΑΣΟΚ να κάνει μια τέτοια ενέργεια με αξιοπιστία, αν δεν αποκήρυσσε ταυτόχρονα και την πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου. Διότι κατά την επίσκεψη του Κάρατζιτς στην Ελλάδα, ο Ανδρέας Παπανδρέου έστειλε την προσωπική του Μερσεντές να τον παραλάβει και να τον μεταφέρει στο Καστρί -παρά τις αντιρρήσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη που φοβόταν τη διεθνή αντίδραση. Και μετά το πέρας της συνάντησης, ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ φρόντισε να πλέξει το εγκώμιο του «αγωνιστή της ειρήνης» (!) όπως τον αποκάλεσε, και να καταδικάσει τον διεθνή Τύπο που τολμούσε να ασκεί κριτική στον Κάρατζιτς. Ηταν τόσο στενές οι σχέσεις του Κάρατζιτς με τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ που το βράδυ των ελληνικών εκλογών της 10ης Οκτωβρίου 1993, που έφεραν στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ, το πρώτο συγχαρητήριο τηλεγράφημα που έλαβε ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν από τον «πρωθυπουργό» Κάρατζιτς.

Ομως και στελέχη που είχαν μια διαφορετική αντίληψη, όπως η Μαριέττα Γιαννάκου, είχαν αναγκαστεί να συμβιβαστούν. Οταν έγινε η εκδήλωση υπέρ του Κάρατζιτς στην Αθήνα, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ζήτησε από την κ. Γιαννάκου, που ήταν επικεφαλής του τμήματος Διεθνών Σχέσεων του κόμματος, να τους πληροφορήσει αν αλήθευαν οι φήμες ότι στην εκδήλωση ήταν παρούσες και προσωπικότητες της Ν.Δ. Η κ. Γιαννάκου έσπευσε να απαντήσει ότι αυτό δεν ίσχυε, αποκρύπτοντας έτσι την παρουσία του κ. Καραμανλή από την εκδήλωση. Αν η κ. Γιαννάκου είχε πει την αλήθεια, η Ν.Δ. θα είχε πιθανώς βρεθεί έξω από την οικογένεια των ευρωπαϊκών συντηρητικών και φιλελεύθερων κομμάτων. Με την ενέργειά της η κ. Γιαννάκου βοήθησε το κόμμα της και τον μελλοντικό πρωθυπουργό, όμως ζημίωσε τις αρχές πάνω στις οποίες, υποτίθεται ότι, στηρίζονται τα φιλελεύθερα κόμματα.

“Φοβάμαι για τη ζωή του Ομπάμα»

Κατηγορίες: Uncategorized — Takis Michas @ 12:13 μμ

ID: 1571383
Εντυπο: ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ-ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ημ/νία: 03/08/2008
Σελ.: 028
Κατηγορία: συνέντευξη

ΤΟΜ ΧΕΪΝΤΕΝ
«
Στον ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ Φωτ.: ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ
«Φοβάμαι ότι μπορεί να συμβεί κάτι δραματικό πριν από τις προεδρικές εκλογές στην Αμερική. Οποιος έχει ζήσει τις δολοφονίες του Ρόμπερτ Κένεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, όπως η γενιά μου, έχει κάθε λόγο να ανησυχεί για το τι μπορεί να συμβεί τώρα στον Μπάρακ Ομπάμα». *Τα λόγια ανήκουν στον συνομιλητή μας, τον Τομ Χέιντεν, μια επική μορφή του αμερικανικού φοιτητικού και αντιπολεμικού κινήματος του ‘60. Αυτές τις ημέρες βρίσκεται στην Αθήνα όπου έχει έρθει, όπως μας λέει, για να «συναντηθεί με δημοσιογράφους και διανοούμενους» της χώρας. *Ο Τομ Χέιντεν έγινε παγκοσμίως γνωστός όταν πήγε με την πρώην σύζυγό του, την ηθοποιό Τζέιν Φόντα, στο Βόρειο Βιετνάμ στα μέσα της δεκαετίας του ‘60 για να καταγγείλει την αμερικανική επέμβαση στο νότιο τμήμα της χώρας. Η ενέργειά του προκάλεσε τότε σάλο στις ΗΠΑ και πολλοί τον κατηγόρησαν για «αντιαμερικανισμό» και «εθνική προδοσία». Εκτοτε παραμένει αριστερός ακτιβιστής.

«Πιστεύω ότι η εκλογή του Ομπάμα στο προεδρικό αξίωμα θα σημάνει μια βαθιά συμβολική αλλαγή στην πολιτική των ΗΠΑ. Μια νέα γενιά πολιτικών ακτιβιστών θα αναλάβει κεντρικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων».

Ετσι ξεκινάει τη συνέντευξή του ο Τομ Χέιντεν, ο οποίος προβλέπει ότι ενδεχόμενη εκλογή του Ομπάμα ως «πλανητάρχη» θα αποτελέσει κοσμοϊστορικό γεγονός: «Ο κόσμος θα σταματήσει. Μπορεί να φαντασθώ π.χ. ότι στην Αφρική κανείς δεν θα πάει στη δουλειά του την επόμενη ημέρα και θα αρχίσουν να γιορτάζουν στους δρόμους και να απαιτούν από τον νέο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να επισκεφθεί κάθε χωριό της ηπείρου».

Πάντως, ο Χέιντεν σπεύδει να τονίσει ότι πρέπει να διαχωρίσει κανείς τον τεράστιο μύθο γύρω από τον προεδρικό υποψήφιο των Δημοκρατικών από τον πεζό χαρακτήρα της πολιτικής καθημερινότητας μέσα στην οποία κινείται: «Το ερώτημα είναι σε ποιες βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες ανταποκρίνεται το φαινόμενο Ομπάμα. Διότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που μπορεί να εξηγηθεί μόνο στη βάση της εχθρότητας εναντίον του Μπους ή της αντίθεσης στον πόλεμο του Ιράκ. Οι μυθικοί ήρωες στέλνονται από τους θεούς για να αντιμετωπίσουν κάποια βαθύτερη ανάγκη».

Για τον συνομιλητή μας το «φαινόμενο Ομπάμα» είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την παγκοσμιοποίηση. «Ο Ομπάμα είναι το κατεξοχήν παράγωγο της παγκοσμιοποίησης. Είναι Αφρικανός, μεγάλωσε στην Ινδονησία, έζησε στο Ιλινόις – με άλλα λόγια δεν επρόκειτο ποτέ να είναι υποψήφιος για την προεδρία της Αμερικής αν δεν ζούσαμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης».

Ο Χέιντεν έπαιξε σημαντικό ρόλο στις πολυτάραχες δεκαετίες του 1960 και του 1970. Ως ένας από τους ηγέτες της φοιτητικής οργάνωσης SDS και ως αναγνωρισμένος ιδεολογικός ηγέτης του αντιπολεμικού κινήματος, πρωτοστατούσε στην οργάνωση εκδηλώσεων που πολλές φορές κατέληγαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία.

Μια τέτοια ιστορική στιγμή ήταν το συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος, στο Σικάγο, το 1968, όταν συνελήφθη με άλλους γνωστούς πολιτικούς ακτιβιστές και παραπέμφθηκε σε δίκη για διατάραξη της τάξης. Ομως, ο ίδιος δεν πιστεύει ότι -παρά ορισμένες επιφανειακές ομοιότητες- η τωρινή εποχή έχει κοινά σημεία με εκείνα τα χρόνια.

«Ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν πολύ διαφορετικός από τον πόλεμο του Ιράκ. Κατ’ αρχάς είναι το θέμα της κλίμακας. Οι απώλειες της αμερικανικής πλευράς ήταν δεκαπενταπλάσιες στο Βιετνάμ από ό,τι σήμερα. Ενα άλλο ουσιαστικό διαφοροποιητικό στοιχείο ήταν ότι τότε ίσχυε ο θεσμός της υποχρεωτικής στράτευσης και εκείνοι που πήγαιναν στον πόλεμο ήσαν κληρωτοί και όχι επαγγελματίες όπως συμβαίνει σήμερα. Αυτό είχε ως επακόλουθο ότι ο πόλεμος του Βιετνάμ άγγιζε όλους τους νέους, με αποτέλεσμα ένα ισχυρότερο αντιπολεμικό κίνημα».

Επίσης, ένα άλλο στοιχείο σύμφωνα με το συνομιλητή μας που διαφοροποιούσε τον πόλεμο του Βιετνάμ από τη σημερινή σύγκρουση στο Ιράκ ήταν η φύση του αντιπάλου.

«Αφενός γνωρίζαμε τι ήθελε η πλευρά που πολεμούσε εναντίον των ΗΠΑ: την εθνική ανεξαρτησία της χώρας. Αφετέρου υπήρχε μόνο μία πλευρά: οι Βιετκόγκ. Στην περίπτωση του Ιράκ υπάρχουν πολλαπλά κινήματα, μεταξύ των οποίων και θρησκευτικά, που πολεμούν μεταξύ τους».

Πάντως, ένα στοιχείο που κατά τη γνώμη του έχει παραμείνει το ίδιο είναι η «αυτοκρατορική συμπεριφορά» των ΗΠΑ: «Εχουμε εκατοντάδες στρατιωτικές βάσεις παντού, έχουμε συμφωνίες με πολλές χώρες για παραμονή και διέλευση των στρατευμάτων μας – και ίσως να υπήρχε λόγος για όλα αυτά όταν υπήρχε η ΕΣΣΔ. Ομως δεν υπάρχει σήμερα. Συνεχίζουμε την παράδοση της Ρωμαϊκής και Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Με αποτέλεσμα η δημοκρατία μας να διαποτίζεται από προκαταλήψεις και φοβίες. Αν έχεις στρατιωτικές βάσεις παντού, ο πληθυσμός σου έχει πάντοτε την αίσθηση ότι αντιμετωπίζει συνεχώς απειλές και επιθέσεις, διότι θεωρεί ότι οι στρατιωτικές βάσεις σε ένα μακρινό μέρος, όπως π.χ. οι Φιλιππίνες, αποτελούν μέρος της χώρας σου».

Πρόσφατα, ύστερα από τριάντα δύο χρόνια, ο Χέιντεν επέστρεψε στο Βιετνάμ. Φυσικά η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν που είχε αφήσει πίσω του το 1972 όταν είχε επισκεφθεί τη χώρα για τελευταία φορα. Δεν ήταν πλέον το Βιετνάμ των κολεκτιβοποιημένων αγροκτημάτων και της λεγόμενης «οικονομίας της προσταγής», αλλά μια χώρα που έχει αγκαλιάσει την παγκοσμιοποίηση και τις αγορές του καπιταλισμού.

Ρωτήσαμε τον συνομιλητή μας αν τον εξέπληξε αυτή η ταχύτατη και μαζική εγκατάλειψη από τον τοπικό πληθυσμό των αρχών και της ιδεολογίας του κομμουνιστικού συστήματος:

«Δεν πιστεύω ότι οι Βιετναμέζοι υποστήριξαν ποτέ το Κομμουνιστικό Κόμμα επειδή είχαν εντυπωσιαστεί από τα οικονομικά επιτεύγματα του κομμουνισμού. Το έπραξαν κυρίως επειδή ήταν το μοναδικό οργανωμένο κίνημα που μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα στην ανεξαρτησία. Γι’ αυτόν το λόγο εμπιστεύονται και σήμερα το Κομμουνιστικό Κόμμα ως τον καθοδηγητικό φορέα στην οικονομία της αγοράς. Πιστεύω ότι αυτός είναι και ο δρόμος που θα ακολουθήσει η Κούβα. Πάντως με κατέπληξε η κατάσταση στον Νότο που θυμίζει την Αγρια Δύση του καπιταλισμού. Φυσικά, ένα μεγάλος μέρος του πληθυσμού έχει συναίσθηση ότι στην προσπάθειά τους για οικονομική ανάπτυξη αντιμετωπίζουν πολλά πρόβληματα – κυκλοφοριακή συμφόρηση, ατμοσφαιρική ρύπανση και μια απίστευτη διαφθορά που διαποτίζει ολόκληρη την κοινωνία και το ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα».

Ενα ερώτημα φυσικά που δεν μπορεί να αποφύγει κανείς είναι αν η αμερικανική επέμβαση είχε τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα: Δηλαδή, αν, αντί να επιταχύνει, καθυστέρησε την είσοδο του Βιετνάμ στην καπιταλιστική οικονομία.

«Είναι πολύ πιθανό. Είναι π.χ. εκπληκτική η αντιστροφή που έχει επέλθει στις σχέσεις του Βιετνάμ με τις ΗΠΑ. Από κει που οι Βιετναμέζοι αντιμετώπιζαν τις ΗΠΑ ως έναν εχθρικό εισβολέα, σήμερα προσβλέπουν στις ΗΠΑ ως τον εξισορροπητικό παράγοντα που τους προστατεύει από τον περιφερειακό κίνδυνο που είναι η Κίνα».

Ο απροσδόκητος χαρακτήρας των ιστορικών εξελίξεων είναι σύμφωνα με τον Χέιντεν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας, τον οποίο πολλές φορές παραγνωρίζει η αριστερά.

«Η μεγαλύτερη αδυναμία της αριστεράς έγκειται στην αδυναμία της να προβλέψει τις εξελίξεις. Παρά το γεγονός ότι ξεκινά από τις σωστές βάσεις και ότι οι αναλύσεις των διανοητών της είναι μεθοδολογικά άρτιες, εντούτοις οι προβλέψεις είναι τις περισσότερες φορές λανθασμένες. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχουν χιλιάδες αστάθμητοι παράγοντες που επηρεάζουν τις εξελίξεις και τις κάνουν μη προβλέψιμες».


Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.