matchpoint

Οκτώβριος 3, 2006

Εγκλημα και Τιμωρια

Filed under: Evolutionary biology,Politics and Economics — Takis Michas @ 4:08 μμ

Τακης Μιχας

Το κυρίαρχο υπόδειγμα της ευρύτερης ποινικής κοσμοαντίληψης εμπεριέχει δύο αρχές:

Πρώτον, ότι η ποινή που επιβάλλεται σε έναν εγκληματία θα πρέπει να είναι ανάλογη με το χαρακτήρα του εγκλήματος και όχι με την πιθανότητα ότι ο εγκληματίας θα επαναλάβει την πράξη του στο μέλλον. Με άλλα λόγια, η ποινή «κοιτάει προς τα πίσω» και όχι στο μέλλον.

Δεύτερον, ότι τα αίτια των περισσότερων εγκλημάτων είναι «κοινωνικά». Δηλαδή, οι λόγοι που κάνουν κάποιον βίαιο εγκληματία δεν θα πρέπει να αναζητηθούν σε εγγενή στοιχεία της προσωπικότητάς του αλλά στις κοινωνικές εμπειρίες του. Διαλυμένες οικογένειες, κακομεταχείριση στην παιδική τους ηλικία, οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση κ.λπ. είναι οι κυριότεροι παράγοντες που οδηγούν το άτομο στην παραβατική συμπεριφορά.

Ομως, όπως αναφέρει ο Ντέιβιντ Ρος σε άρθρο του στην αγγλική πολιτική επιθεώρηση «Prospect», πρόσφατες έρευνες έχουν αρχίσει να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις αρχές του ορθόδοξου υποδείγματος.

Ετσι, π.χ., πολλές έρευνες δείχνουν ότι τα περισσότερα και πιο βίαια εγκλήματα σε μια κοινωνία γίνονται συνήθως από την ίδια ομάδα ατόμων -ένα 5% του πληθυσμού. Πρόκειται για άτομα τα οποία αρχίζουν την παραβατική συμπεριφορά τους πριν από την εφηβεία και τη συνεχίζουν μετά. Αυτό δείχνει ότι πιθανόν να υπάρχει κάποιο εγγενές στοιχείο στην προσωπικότητα ορισμένων ατόμων που τα προδιαθέτει ευνοϊκά προς το έγκλημα και τη βία.

Ενα άλλο πρόβλημα με τις θεωρίες που αναζητούν τις ρίζες της εγκληματικής συμεριφοράς στις κοινωνικές εμπειρίες του παραβάτη είναι ότι όλα τα άτομα που ανατρέφονται σε ανάλογες επιβαρυντικές συνθήκες δεν γίνονται κατ’ ανάγκη εγκληματίες. Εύλογο λοιπόν το ερώτημα, γιατί ορισμένοι άνθρωποι που ανατράφηκαν σε ένα άσχημο περιβάλλον γίνονται βίαιοι εγκληματίες ενώ άλλοι που ανατράφηκαν σε ανάλογο περιβάλλον δεν γίνονται;

Αλλες μελέτες δείχνουν επίσης ότι η παραβατική συμπεριφορά οφείλεται εν μέρει και σε γενετικούς παράγοντες. Οι ομοζυγώτες, που μοιράζονται τα ίδια γονίδια, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιδεικνύουν αμφότεροι παραβατική συμπεριφορά απ’ ό,τι οι ετεροζυγώτες που δεν έχουν τα ίδια γονίδια. Επίσης, τα παιδιά εγκληματιών ακόμα και αν υιοθετηθούν από κανονικές οικογένειες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να διαπράξουν βίαια εγκλήματα απ’ ό,τι παιδιά που προέρχονται από γονείς με λευκό ποινικό μητρώο.

Αυτές οι έρευνες οδηγούν σε μια νέα καμπή στην εξέταση της προσωπικότητας ως καθοριστικού παράγοντα της εγκληματικής συμπεριφοράς. Αυτή η στροφή δεν αναιρεί τα ευρήματα της παραδοσιακής άποψης σχετικά με τη σχέση των κοινωνικών παραγόντων και του εγκλήματος αλλά την εμπλουτίζει. Είναι πράγματι γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των εγκληματιών προέρχεται από ένα εξαθλιωμένο οικονομικά και κοινωνικά οικογενειακό περιβάλλον και ότι οι περισσότεροι εγκληματίες έχουν υποστεί κακομεταχείριση στην παιδική τους ηλικία. Ομως αυτοί οι παράγοντες από μόνοι τους δεν επαρκούν. Οπως γράφει η καθηγήτρια Ψυχολογίας Τέρι Μόφιτ, «Παρά το γεγονός ότι η κακομεταχείριση στην παιδική ηλικία αυξάνει κατά 50% τις πιθανότητες να διαπράξει κανείς εγκλήματα αργότερα, εν τούτοις όλοι όσοι έχουν υποστεί κακομεταχείριση δεν διαπράττουν εγκλήματα».

Χρειάζεται, με άλλα λόγια, και η γενετική προδιάθεση για να μεταφραστούν όλ’ αυτά τα αρνητικά δεδομένα σε μια σταθερή παραβατική συμπεριφορά. Ενας από τους παράγοντες που διαφοροποιεί την προδιάθεση κάποιου να διαπράξει βίαια εγκλήματα είναι η παρουσία ενός ιδιαίτερου γονιδίου, το οποίο παράγει ένα ένζυμο που ρυθμίζει με τη σειρά του τη λειτουργία των νευρολογικών κυκλωμάτων (ΜΑΟΑ). Οπως έχουν δείξει έρευνες, η παραβατική συμπεριφορά είναι πιο διαδεδομένη στα άτομα τα οποία είχαν υποστεί κακομεταχείριση στα νιάτα τους και είχαν ταυτόχρονα αυτό το ένζυμο, απ’ ό,τι σε άτομα από τα οποία απουσίαζε ένας από τους δύο παράγοντες.

Ομως αυτές οι νέες εξελίξεις έχουν ασφαλώς και επιπτώσεις στον τρόπο της απονομής δικαιοσύνης. Αν π.χ. αποδειχθεί ότι υπάρχει σχέση μεταξύ ορισμένων εγγενών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας ενός ατόμου και της παραβατικής συμπεριφοράς του τότε ασφαλώς θα υπάρξουν αιτήματα ότι η ποινή δεν θα πρέπει μόνο να υπαγορεύεται από τη φύση του διαπραχθέντος ήδη εγκλήματος αλλά και από την προστασία της κοινωνίας από μελλοντικά εγκλήματα, τα οποία πολύ πιθανώς θα διαπράξει το ίδιο άτομο.

«Η νέα έμφαση που δίνεται στην αποτίμηση του ρίσκου», γράφει ο Ρος, «συνεπάγεται μια μεγάλη αλλαγή από την αρχή που προσδιόριζε την ποινή στο παρελθόν- δηλαδή ότι η τιμωρία θα πρέπει να είναι ανάλογη με τη φύση του εγκλήματος. Η νέα προσέγγιση απαιτεί από τους δικαστικούς να κάνουν ένα δραστικό βήμα: να λειτουργούν κάπως ως αναλογιστές ασφαλιστικών εταιρειών και να βασίζουν τον χρόνο τιμωρίας σε μελλοντικές πιθανότητες ότι ο ένοχος θα επαναλάβει το έγκλημα».

Η έμφαση στο μελλοντικό ρίσκο της επανάληψης μιας εγκληματικής πράξης θέτει τον εγκληματία και όχι το έγκλημα στο επίκεντρο του ποινικού συστήματος και ζητεί από εκείνους που θα αποφασίσουν την ποινή να βασίσουν την απόφασή τους στην κλινική αξιολόγηση της προσωπικότητας του εγκληματία.

Φυσικά πρόκειται για μια προσέγγιση που ενέχει και αυτή πολλούς κινδύνους παραβίασης ατομικών δικαιωμάτων, όπως έδειξε με γλαφυρό τρόπο η ταινία «Minority Report».


Advertisements

Σχολιάστε »

Δεν υπάρχουν σχόλια.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: