matchpoint

Οκτώβριος 31, 2007

Ο «νεος αθεισμος» στις ΗΠΑ

Filed under: Evolutionary biology — Takis Michas @ 6:31 πμ

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

Ενα από τα πιο σημαντικά γεγονότα των τελευταίων ετών υπήρξε η διάβρωση του πολιτικού λόγου στις ΗΠΑ από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό της «χριστιανικής Δεξιάς». Αυτές οι εξελίξεις άρχισαν να υπονομεύουν αργά αλλά σταθερά τον αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ κράτους και θρησκείας, που είχαν καθιερώσει οι πατέρες του αμερικανικού έθνους. Η πιο γνωστή και ακραία ίσως προσπάθεια επιβολής των θεοκρατικών αντιλήψεων ήταν στο χώρο της Παιδείας. Εκεί οι χριστιανοί προσπάθησαν να εξοβελίσουν τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης και να την υποκαταστήσουν με δικές τους «επιστήμες» που είχαν ως βάση αναφοράς τη Βίβλο.

Ομως κάθε κίνημα φέρνει και τις αντιδράσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση η αντίδραση εναντίον του θρησκευτικού φονταμενταλισμού παίρνει τη μορφή του λεγόμενου «νέου αθεϊσμού». Τρία βιβλία, τα οποία βγήκαν σε σχετικά μικρή χρονική απόσταση το ένα από το άλλο, δίνουν τον τόνο του νέου κινήματος. Πρόκειται για το «Λύνοντας τα μάγια» του φιλόσοφου Ντάνιελ Ντένετ, το «Η ψευδαίσθηση του Θεού» του βιολόγου Ρίτσαρντ Ντόκινς και το «Ο Κύριος δεν είναι Μέγας» του γνωστού δημοσιογράφου Κρίστοφερ Χίτσενς. Και τα τρία συνιστούν έντονες κριτικές όχι μόνο του χριστιανισμού αλλά γενικότερα κάθε θρησκείας. Και τα τρία έγιναν μπεστ σέλερ, γεγονός που δείχνει την απήχηση αυτών των αντιλήψεων.

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ του κινήματος του «νέου αθεϊσμού» των ΗΠΑ και του αιτήματος του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας, στο οποίο εξαντλείται η φιλολογία της Αριστεράς στην Ελλάδα.

Για την Αριστερά στην Ελλάδα ο χωρισμός αυτός είναι η προϋπόθεση για την ύπαρξη ανοχής προς όλες τις θρησκείες. Για την αμερικανική Αριστερά, αντίθετα, αυτό το αίτημα δεν επαρκεί.

Οπως γράφει ο διευθυντής του σοσιαλδημοκρατικού περιοδικού «Dissent» Μίτσελ Κοέν: «Η Αριστερά θα πρέπει να ταυτίζεται αφενός με την ανοχή αλλά αφετέρου και με τον κριτικό λόγο. Το πρώτο ανέχεται τις διαφορετικές θρησκείες, όμως το δεύτερο αίτημα σημαίνει αμφισβήτηση της θρησκευτικής «αλήθειας» και των θρησκευτικών θεσμών».

Το θρησκευτικό φαινόμενο αποτελεί πάντοτε κίνδυνο για τις φιλελεύθερες αξίες στις οποίες θεμελιώνονται οι δυτικές κοινωνίες:

«Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι το σύγχρονο φιλελεύθερο κράτος αντιπροσώπευε μια πράξη τερματισμού των εμφύλιων πολέμων. Καθώς τερματίζεται η κυριαρχία του δημόσιου χώρου από τη θρησκεία καθίσταται δυνατή ταυτόχρονα η εμφάνιση ανοιχτών φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κοινωνιών. Οταν τα θρησκευτικά κινήματα θριαμβεύουν, όταν πιστεύουν ότι μπορούν να συγκροτηθούν στον δημόσιο χώρο, τότε κινδυνεύουν οι φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές αξίες».

Η θέση του ριζοσπαστικού κινήματος απέναντι στη θρησκεία δεν μπορεί να εξαντλείται στο αίτημα του χωρισμού κράτους και Εκκλησίας.

Αντίθετα θα πρέπει να στοχεύει στην προώθηση αυτού που ο Αμερικανός διανοητής αποκαλεί «κουλτούρα της εκκοσμίκευσης»: «Μια φιλελεύθερη ή σοσιαλδημοκρατική κοινωνία θα πρέπει να θέσει την κουλτούρα της εκκοσμίκευσης πάνω από τη θρησκεία. Ο λόγος οφείλεται στο γεγονός ότι η κουλτούρα της εκκοσμίκευσης μπορεί να συμπεριλάβει τις θρησκευτικές ζωές, ενώ αντίστροφα η θρησκευτική κουλτούρα δεν μπορεί να συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο απέναντι στην εκκοσμίκευση και τον αθεϊσμό».

Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική και φιλελεύθερη κοινωνία ανέχεται τον πλουραλισμό των διαφόρων θρησκειών στους κόλπους της, υπό την προϋπόθεση όμως ότι όλα τα θρησκευτικά κινήματα θα πρέπει να μεταφράσουν τα επιχειρήματά τους σε μια κοινή πολιτική γλώσσα:

«Η επιθετική στάση ορισμένων μορφών θρησκευμάτων στον δημόσιο χώρο στις ΗΠΑ και αλλού υπονομεύει την πιθανότητα μιας κοινής πολιτικής γλώσσας. Αν εγώ εκφράσω τις εκκοσμικευμένες ανθρωπιστικές μου ιδέες δημόσια, αν προσπαθήσω να πείσω τους συμπολίτες μου για την ορθότητά τους, θα πρέπει να είμαι έτοιμος να δεχτώ κριτική, σκληρή κριτική, που να αφορά κάθε μου λέξη και ιδέα. Θα μπορέσω να αντέξω την κριτική, ίσως να αλλάξω και τις ιδέες μου. Ομως τι συμβαίνει όταν οι πολιτικοθρησκευτικές πεποιθήσεις αντιμετωπίζουν την ίδια πρόκληση: Αν ένας μουσουλμάνος φίλος, στη βάση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, υποστηρίξει ότι θα πρέπει να ισχύει ένας νόμος τον οποίο και εγώ θα πρέπει να υπακούω, θα πρέπει να αμφισβητήσω την άποψή του για τον ρόλο του Αλλάχ ως προφήτη. Οποιοσδήποτε γνωρίζει λίγη Ιστορία, βλέπει ότι μια τέτοια αντίδραση θα οδηγήσει σε θρησκευτικό πόλεμο. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να του ζητήσω να εκκοσμικεύσει τις αρχές της επιχειρηματολογίας του».

Το πρόβλημα μέχρι σήμερα στις δυτικές κοινωνίες δεν ήταν τόσο η έλλειψη ανοχής προς τα διάφορα θρησκευτικά κινήματα αλλά μάλλον το αντίθετο: η υπερβολική ανοχή προς αυτά – τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά.

«Με καταπλήσσει ότι ορισμένα τμήματα της άκρας Αριστεράς προσπαθούν να απολογηθούν για τον ακραίο ισλαμισμό με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η προηγούμενη γενιά προσπαθούσε να απολογηθεί για τα εγκλήματα του σταλινισμού.

Ομως υπάρχουν και οι συντηρητικοί, που επίσης δεν έχουν μάθει τίποτα ή που παθαίνουν αμνησία όταν το θέμα αφορά τις θρησκευτικές διώξεις και φαίνεται να λησμονούν την ιστορική σημασία της εξημέρωσης της θρησκείας, στη βάση ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού πλαισίου. Εχουμε δείξει υπερβολική ανοχή στην επιθετική πολιτική θρησκευτικότητα, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τη χριστιανική Δεξιά στις ΗΠΑ, τον πολεμοχαρή πολιτικό ισλαμισμό στη Μέση Ανατολή ή τον φανατικό θρησκευτικό εθνικισμό των Ισραηλινών».

http://www.tmichas.wordpress.com

Οκτώβριος 23, 2007

Η δικαιοκατανομή βρίσκεται στα γονίδιά μας;

Filed under: Evolutionary biology — Takis Michas @ 2:21 μμ

ID: 1502568
Εντυπο: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ημ/νία: 23/10/2007
Σελ.: 70
Κατηγορία: Πλανήτης ΓΗ


 

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

 

Δύο σημαντικές έρευνες που κυριολεκτικά θέτουν σε νέες βάσεις τις αντιλήψεις για το αίσθημα της δικαιοκατανομής, είδαν το φως της δημοσιότητας την περασμένη εβδομάδα. Οι έρευνες αυτές δεν προέρχονται από τον χώρο της νομικής, της φιλοσοφίας του δικαίου ή των κοινωνικών επιστημών. Αντίθετα, προέρχονται από τον χώρο της εξελικτικής βιολογίας, δηλαδή της επιστήμης που μελετάει, μεταξύ άλλων, την ατομική και κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων με άξονα αναφοράς τους γενετικούς μηχανισμούς, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν στη διαδικασία της ανθρώπινης εξέλιξης.

Οπως είχαν δείξει παλαιότερες έρευνες, κάθε άνθρωπος έχει μια αίσθηση δικαιοκατανομής που υπερισχύει του αισθήματος μεγιστοποίησης του ατομικού του συμφέροντος. Η τεκμηρίωση αυτή -που κυριολεκτικά ανατρέπει τις καθιερωμένες αντιλήψεις της κλασικής μικροοικονομίας- προέρχεται από ένα πείραμα που είναι γνωστό ως το «παίγνιο του τελεσίγραφου». Στο παιχνίδι αυτό μετέχουν δύο άτομα, ο Προτείνων και ο Αποδέκτης. Τα δύο αυτά άτομα θα πρέπει να μοιραστούν ένα αντικείμενο -χρήματα ή μία τούρτα. Ο Αποδέκτης έχει το δικαίωμα είτε να αρνηθεί είτε να αποδεχθεί την πρόταση που θα του κάνει ο άλλος παίκτης. Αν αρνηθεί, τότε αμφότεροι δεν παίρνουν τίποτα -χρήματα ή τούρτα.

Σύμφωνα με την κλασική οικονομική ανάλυση, αν ο Αποδέκτης είναι ένα ορθολογικό άτομο, δηλαδή προσπαθεί να μεγιστοποιήσει το συμφέρον του, τότε θα αποδεχτεί ό,τι του προσφέρει ο Προτείνων -διότι σε κάθε περίπτωση θα είναι σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από ό,τι πριν. Ομως τα πειράματα έχουν δείξει ότι στην πράξη αυτό δεν συμβαίνει. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις ο Αποδέκτης αρνείται να δεχθεί την προσφορά αν κρίνει ότι αυτή είναι «εξευτελιστικά» μικρή -συνήθως κάτω του 20%- παρά το γεγονός ότι με αυτό τον τρόπο κινδυνεύει να μην πάρει τίποτα! Το παίγνιο του τελεσίγραφου έχει πείσει πολλούς αναλυτές ότι υπάρχει ένα αίσθημα δικαίου όσον αφορά την κατανομή του πλούτου που, στην προκειμένη περίπτωση, υπερισχύει της μεγιστοποίησης του ατομικού συμφέροντος. Οποιαδήποτε προσφορά κάτω του 20% θεωρείται «άδικη» παρά το γεγονός ότι βελτιώνει οικονομικά την κατάσταση του Αποδέκτη.

Ενα νέο πείραμα που έγινε αυτή την εβδομάδα έδειξε ότι αυτή η αίσθηση του δικαίου είναι ανθρώπινο φαινόμενο και δεν το βρίσκουμε στους στενούς μας συγγενείς, τους χιμπατζήδες. Δύο επιστήμονες από το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ Εξελικτικής Ανθρωπολογίας δοκίμασαν το «παίγνιο του τελεσίγραφου» σε δύο χιμπατζήδες. Εβαλαν δύο χιμπατζήδες σε δύο κλούβες, τη μία δίπλα στην άλλη, και μπροστά τους τοποθέτησαν δύο δίσκους, έκαστος των οποίων περιείχε 10 σταφύλια κατανεμημένα σε δύο μπολ με διαφορετικό τρόπο (π.χ. 8-2, 6-4 κ.λπ.). Ο ένας χιμπατζής που είχε το ρόλο του Προτείνοντος πρόσφερε έναν από τους δίσκους στον άλλο χιμπατζή σέρνοντάς τον με ένα σχοινί πολύ κοντά του -σχεδόν σε απόσταση επαφής. Αν ο δεύτερος χιμπατζής δεχόταν την προσφορά, τραβούσε με μια βέργα τον δίσκο προς το μέρος του. Αν ο χιμπατζής αρνιόταν να τραβήξει τον δίσκο προς το μέρος του, τότε κανείς από τους δύο δεν έπαιρνε σταφύλια.

Σε αντίθεση με το προηγούμενο πείραμα με τους ανθρώπους, οι χιμπατζήδες δέχονταν οποιαδήποτε προφορά όσο μικρή και αν ήταν αυτή. Δεν τους ενδιέφερε η «δίκαιη» κατανομή, αλλά απλά να «τσεπώσουν» ό,τι τους έδινε ο Προτείνων. Απ’ αυτή τη σκοπιά δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι τα εγχειρίδια μικροοικονομικών που διδάσκονται οι φοιτητές έχουν γραφεί για χιμπατζήδες και όχι για ανθρώπους!

Το δεύτερο πείραμα, το οποίο δημοσιεύτηκε στα Πεπραγμένα της Εθνικής Ακαδημίας της Σουηδίας την περασμένη εβδομάδα, δείχνει ότι η αίσθηση της δικαιοκατανομής όχι απλώς είναι ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, αλλά ότι επιπλέον έχει γενετική βάση! Προκειμένου να απομονώσουν τους γενετικούς παράγοντες από τους περιβαλλοντικούς και τους κοινωνικούς, οι Σουηδοί επιστήμονες χρησιμοποίησαν ως «πειραματόζωα» 258 ζευγάρια ομοζυγώτες διδύμους (που έχουν δηλαδή τα ίδια γονίδια) και 71 ζευγάρια ετεροζυγώτες (που μοιράζονται τα μισά γονίδια). Κάθε δίδυμος από ένα ζευγάρι έπαιξε το παίγνιο του «τελεσίγραφου» εκτελώντας τον ρόλο τόσο του Προτείνοντος όσο και του Αποδέκτη. Στην περίπτωση των ομοζυγωτών διδύμων υπήρχε ένας υψηλός συσχετισμός μεταξύ τόσο των προτάσεων όσο και των αποδεκτών προσφορών. Αντίθετα, μεταξύ των ετεροζυγωτών δεν παρατηρήθηκε τέτοιος συσχετισμός.

Το πείραμα λοιπόν έδειξε ότι η αίσθηση της δικαιοκατανομής έχει μια ισχυρή γενετική βάση στον βαθμό στον οποίο είναι περίπου η ίδια μεταξύ ατόμων που μοιράζονται τα ίδια γονίδια -και διαφέρει μεταξύ αυτών που διαφέρουν γονιδιακά. Παρεμπιπτόντως, το πείραμα αυτό δείχνει επίσης ότι πολλές οικονομικές αποφάσεις που παίρνουμε (π.χ. πόσο θα αποταμιεύσουμε ή θα δαπανήσουμε) ίσως να επηρεάζονται από κληρονομικούς παράγοντες.


 

Οκτώβριος 15, 2007

Τα αγόρια «δολοφονούν» τις μανάδες τους!

Filed under: Evolutionary biology — Takis Michas @ 5:14 μμ

ID: 1500547
Εντυπο: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ημ/νία: 15/10/2007
Σελ.: 62
Κατηγορία: Πλανήτης ΓΗ

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

Αναμφίβολα οι μανάδες είναι «κολλημένες» με τους γιους τους. Δεν θα είναι υπερβολή να ισχυρισθεί κανείς ότι στις μεσογειακές χώρες, τουλάχιστον, η πιο δραματική στιγμή στην ιστορία της μάνας είναι η ημέρα που ο κανακάρης της θα της ανακοινώσει ότι αποφάσισε να φύγει και να συζήσει με άλλη γυναίκα. Ομως ορισμένα πρόσφατα ευρήματα από το χώρο της Εξελικτικής Βιολογίας ίσως να κάνουν τις μανάδες να επανεξετάσουν το θέμα. Σύμφωνα με την εικόνα που προκύπτει από τις έρευνες, τα αγόρια είναι αδίστακτοι δολοφόνοι, που οδηγούν τη μητέρα τους σε πρώιμο θάνατο!

Αυτό είναι το αποτέλεσμα ερευνών της Φινλανδής καθηγήτριας Βιολογίας Βίρπι Λούμα, που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του «Scientific American». Η βιολόγος και η ομάδα της μελέτησαν τα αρχεία διαφόρων ενοριών στη Φινλάνδια, τα οποία πήγαιναν αρκετούς αιώνες πίσω. Οι έρευνες έδειξαν ότι η ύπαρξη ενός αγοριού μπορεί να συντομεύσει τη ζωή της μητέρας του κατά 34 μήνες.

Σύμφωνα με τις στατιστικές, οι γυναίκες που έχουν αγόρια πεθαίνουν νωρίτερα από ό,τι οι γυναίκες με κορίτσια. Αυτό οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: Βάρος -τα αγόρια είναι συνήθως μεγαλύτερα- και επίπεδα τεστοστερόνης. Η τεστοστερόνη μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στο ανοσοποιητικό σύστημα της μητέρας. Οι μητέρες αγοριών, όπως έδειξαν οι στατιστικές, ήταν ιδιαίτερα ευάλωτες σε μεταδοτικές ασθένειες, όπως π.χ. η φυματίωση. Επίσης η ανατροφή των αγοριών είναι πιο δύσκολη και απαιτεί τη δαπάνη περισσότερων φυσικών πόρων σε σχέση με την ανατροφή των κοριτσιών. Τέλος, τα αγόρια δεν συνηθίζουν όσο τα κορίτσια να φροντίζουν τις μητέρες τους όταν γεράσουν.

Ομως τα αγόρια δεν επιβαρύνουν απλώς τις μητέρες τους, αλλά και τα αδέλφια τους. Τα παιδιά που γεννιούνται μετά το αγόρι είναι πιο αδύνατα, κάνουν μικρότερες οικογένειες και είναι ευάλωτα σε μεταδοτικές ασθένειες. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν ο πρωτότοκος γιος πεθάνει στη νηπιακή ηλικία, γεγονός που σημαίνει ότι οι αρνητικές επιπτώσεις δεν είναι το αποτέλεσμα της σχέσης των αδελφών -π.χ. ανταγωνισμός για τροφή-, αλλά οφείλονται σε γενετικά αίτια.

Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στους διδύμους. Οπως έδειξαν στατιστικές από τη Φινλανδία των ετών 1734 έως 1883, τα κορίτσια με δίδυμο αδελφό είχαν -σε σχέση με τα κορίτσια που είχαν δίδυμη αδελφή- 25% λιγότερες πιθανότητες να κάνουν παιδιά, τουλάχιστον δύο λιγότερα παιδιά, και 15% λιγότερες πιθανότητες να παντρευτούν. Αυτές οι αρνητικές επιπτώσεις της ύπαρξης αρσενικού αδελφού ίσχυαν ανεξάρτητα από κοινωνική τάξη, ίσχυαν ακόμα και αν αδελφός πέθαινε στη γέννα και η δίδυμη αδελφή του ανατρεφόταν μόνη της. Ο λόγος για τον οποίο το γυναικείο ήμισυ των διδύμων μειονεκτεί οφείλεται στην πρώιμη έκθεση του εμβρύου στην τεστοστερόνη. Οι αρνητικές επιπτώσεις της ορμόνης έχουν αποδειχθεί και σε πειράματα με ποντίκια και αγελάδες. Αγελάδες που γεννούσαν δίδυμα μεικτού φύλου, το θηλυκό ήταν συνήθως στείρο.

Πάντως, ανεξάρτητα από τα αίτια, το γεγονός είναι ότι οι γυναίκες με δίδυμους αδελφούς αφήνουν πίσω τους 19% λιγότερα εγγόνια από ό,τι οι γυναίκες με δίδυμα αδέλφια του ίδιου φύλου. Από εξελικτικής λοιπόν σκοπιάς οι δίδυμοι του ίδιου φύλου βρίσκονται σε προνομιακή θέση (δηλ. αφήνουν περισσότερους απογόνους), σε σχέση με τους δίδυμους διαφορετικού φύλου.

Ενα άλλο μέρος των ερευνών της Φινλανδής βιολόγου αφορούσε τους ηλικιωμένους -η ύπαρξη των οποίων, από την εξελικτική σκοπιά πάντοτε, αποτελούσε ένα ερώτημα. Η Φινλανδή βιολόγος έδειξε ότι ενώ οι γιαγιάδες παίζουν έναν πολύ θετικό ρόλο στην ανατροφή των εγγονιών -άρα έχουν έναν εξελικτικό λόγο ύπαρξης-, το ίδιο δεν ισχύει με τους παπούδες. Δεν υπάρχει κανένας στατιστικός συσχετισμός μεταξύ της ύπαρξης ενός παππού και της πιθανότητας του εγγονού να κάνει περισσότερα παιδιά. «Τα στοιχεία μάς δείχνουν», αναφέρει η Φινλανδή βιολόγος, «ότι η παρουσία ενός παππού -σε αντίθεση με τη γιαγιά- δεν έχει θετικά αποτελέσματα (όσον αφορά τις αναπαραγωγικές δυνατότητες του εγγονού). Ισως αυτό να οφείλεται στο ότι τα εγγόνια δαπανούν πόρους για να φροντίσουν τους παππούδες… Ή ίσως να οφείλεται στο ότι ο παππούς έτρωγε το φαΐ τους. Ισως πάλι να οφείλεται στο ότι οι άνδρες μπορούν να αναπαράγουν μέχρι τα βαθιά γεράματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρονται για άλλους πλην των παιδιών τους».

http://www.tmichas.worpress.com


Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Στήλη: ΠΛΑΝΗΤΗΣ-ΓΗ

Διάφορα: ΙΔΕΕΣ – ΓΕΓΟΝΟΤΑ- ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο μύθος του φίτνες

Filed under: Evolutionary biology — Takis Michas @ 5:12 μμ

ID: 1500133
Εντυπο: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Ημ/νία: 13/10/2007
Σελ.: 58
Κατηγορία: Ελλάδα

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

«Θα υπέθετε κανείς ότι τα άτομα τα οποία έχουν μεγάλη ημερήσια δαπάνη ενέργειας έχουν μικρότερες πιθανότητες να αυξήσουν το βάρος τους με την πάροδο του χρόνου σε σχέση με τα άτομα που έχουν μικρότερη δαπάνη ενέργειας. Ομως, μέχρι σήμερα, τα εμπειρικά δεδομένα δεν είναι ιδιαίτερα πειστικά». Σεπτέμβριος 2007, κοινό ανακοινωθέν της Αμερικανικής Ενωσης Καρδιολόγων (ΑΗΑ) και του Αμερικανικού Κολλεγίου Αθλοϊατρικής (ACSM)

Ακολουθώντας τις συμβουλές των φίλων σας, πάτε στο γυμναστήριο τέσσερις φορές την εβδομάδα και καίτε περίπου 3.500 θερμίδες την εβδομάδα. Αν υποθέσουμε ότι ένα κιλό λίπους ισοδυναμεί με 7.000 θερμίδες, τότε θα υπέθετε κανείς ότι κάθε δύο εβδομάδες θα χάνατε ένα κιλό. Ομως αυτό δεν έχει συμβεί. Αντίθετα, διαπιστώνετε προς μεγάλη σας απογοήτευση ότι έχετε πάρει κάνα δυο κιλά τον τελευταίο καιρό! Αρχίζετε να αναρωτιέστε τι κάνετε λάθος, τι θα πρέπει να διορθώσετε στις ασκήσεις σας. Μήπως θα πρέπει να πηγαίνετε πιο συχνά στο γυμναστήριο; Μήπως θα πρέπει να καίτε περισσότερες θερμίδες την εβδομάδα;

Τίποτε απ’ όλα αυτά. Σύμφωνα με βαρυσήμαντο άρθρο του γνωστού Αμερικανού διατροφολογου Γκάρι Τάουμπς στο «New York Magazine», εκείνο το οποίο φταίει δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο αθλείσθε αλλά η αντίληψη στην οποία βασίζετε τις προσπάθειές σας: ότι δηλαδή η άσκηση προκαλεί την απώλεια βάρους. Αυτή η αντίληψη, που εθεωρείτο τις τελευταίες δεκαετίες περίπου ταυτολογία, σήμερα, όπως αποδεικνύει ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός ερευνών, θεωρείται ότι δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικοτητα. Οι νέες έρευνες ανατρέπουν κυριολεκτικά το κυρίαρχο υπόδειγμα, δείχνοντας ότι όχι μόνο δεν ισχύει, αλλά ότι πολλές φορές συμβαίνει το αντίθετο: ότι δηλαδή η έντονη άσκηση οδηγεί στην αύξηση του βάρους!

Η άποψη σύμφωνα με την οποία η φυσική άσκηση οδηγεί σε απώλεια βάρους είναι σχετικά πρόσφατη, και συγκεκριμένα πρωτοεμφανίζεται τη δεκαετία του ’60. Μέχρι τότε οι θεράποντες γιατροί απέρριπταν τον συσχετισμό μεταξύ των δύο ως βλακώδη και αφελή. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1932 ένας από τους πιο γνωστούς Αμερικανούς διαβητολόγους έγραφε ότι οι ευτραφείς ασθενείς του έτειναν να χάνουν περισσότερο βάρος ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, ενώ αντίθετα εκείνοι που ασκούνταν σκληρά απλώς κατάφερναν να επιβραδύνουν την απώλεια βάρους!

Ομως τη δεκαετία του ’60 η εικόνα άλλαξε ριζικά κάτω από την επιρροή του χημικού Τζιν Μάγιερ που σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έγινε ο κορυφαίος διατροφολόγος των ΗΠΑ. Ο Μάγιερ έθεσε το εξής ερώτημα: Γιατί άτομα τα οποία είναι πιο ευτραφή τρώνε λιγότερο από άλλα που είναι πιο αδύνατα; Αν δεν έφταιγε η λαιμαργία για την παχυσαρκία, τότε τι έφταιγε;

Η -εκ πρώτης άποψης- εύλογη απάντηση που έδωσε ήταν ότι έφταιγε ο τρόπος ζωής, και συγκεκριμένα η έλλειψη φυσικής άσκησης. Τα άτομα που ήταν παχύτερα ασκούνταν λιγότερο και συνεπώς δαπανούσαν λιγότερη ενέργεια από τα πιο αδύνατα άτομα. Η καθιστική ζωή λοιπόν, σύμφωνα με τον Μάγιερ, είναι ένα από τα μεγαλύτερα αίτια της παχυσαρκίας.

Η άποψη αυτή, που σε ελάχιστο χρόνο έγινε το κυρίαρχο δόγμα, πυροδότησε μια μετωπική επίθεση εναντίον των Ι.Χ.,των ηλεκτρικών συσκευών και γενικώς εναντίον οποιουδήποτε τεχνολογικού ευρήματος που μας επέτρεπε να δαπανάμε λιγότερες θερμίδες. «Η ανάπτυξη της παχυσαρκίας», έγραφε ο Μάγιερ το 1968, «είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της έλλειψης προνοητικότητας ενός πολιτισμού που δαπανά δισεκατομμύρια σε αυτοκίνητα αλλά αρνείται να συμπεριλάβει ένα κολυμβητήριο ή ένα γήπεδο τένις στην κατασκευή ενός σχολείου».

Οι απόψεις του Μάγιερ, που συνέπιπταν απόλυτα με τον αριστερό αντικαπιταλιστικό πουριτανισμό των «σίξτις», γνώρισαν τεράστια επιτυχία. Οδήγησαν σε μια έκρηξη του αριθμού των γυμναστηρίων και των γυμναστών και στην αποθέωση του ιδεώδους του «φίτνες». Το 1980 η εφημερίδα «Ουάσιγκτον Ποστ» υπολόγιζε ότι περίπου 100 εκατομμύρια Αμερικανοί συμμετείχαν στην «επανάσταση του φίτνες», παρατηρώντας ταυτόχρονα ότι σε παλαιότερες εποχές αυτή η εμμονή στη φυσική άσκηση θα εθεωρείτο εκδήλωση ψυχοπάθειας!

Ομως η επανάσταση του «φίτνες» τάχυτατα απογοήτευσε τους εμπνευστές της, καθώς διάφορες έρευνες έδειχναν ότι η σχέση μεταξύ φυσικής άσκησης και απώλειας βάρους ήταν στη καλύτερη περίπτωση πολύπλοκη και ασφαλώς δεν δικαιολογούσε απλοϊκές γενικεύσεις. Οπως δήλωνε χαρακτηριστικά, συνοψίζοντας τις νέες έρευνες, ένα καθηγητής Φυσικής Αγωγής αμερικανικού πανεπιστημίου: «Οταν άρχισα να ασκούμαι στα τριάντα μου ήμουν κοντός, παχύς και φαλακρός. Σήμερα στα 68 είμαι κοντός, παχύτερος και φαλακρός»!

Το μόνο το οποίο αποδείκνυαν όλες οι έρευνες είναι ότι η άσκηση… ανοίγει την όρεξη! Οπως παρατηρεί επιγραμματικά ο Τάουμπς: «Κάψε περισσότερες θερμίδες και οι πιθανότητες είναι ότι θα καταναλώσεις επίσης περισσότερες». Αυτή η απλή αρχή εξηγεί γιατί η άσκηση δεν οδηγεί στα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αυτό ήταν ήδη γνωστό στην επιστημονική κοινότητα, αν και όχι στον κόσμο των γυμναστηρίων. Ετσι το 1977, το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ σε ανακοίνωση του για το θέμα κατέληγε: «Η σημασία της φυσικής άσκησης στον έλεγχο του βάρους είναι μικρότερη από ό,τι εκτιμάται διότι η αύξηση της δαπάνης ενεργειας που προκαλεί η άσκηση τείνει να οδηγεί στην αύξηση της κατανάλωσης τροφής και δεν μπορεί κανείς να προβλέψει ότι η αυξημένη δαπάνη θερμίδων δεν θα υπερκερασθεί από τη μεγαλύτερη κατανάλωση τροφής».

Είναι ασφαλώς γεγονός ότι τα άτομα τα οποία τείνουν να δαπανούν ενέργεια, τείνουν επίσης να είναι αδύνατα, ενώ αντίθετα οι παχύσαρκοι τείνουν να ακολουθούν καθιστική ζωή. Ομως το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα. Είναι ο πρωταθλητής του τένις Ρότζερ Φέντερερ αδύνατος επειδή ασκείται ή ασκείται επειδή είναι αδύνατος; Είναι ο Φέντερερ αδύνατος επειδή καίει μερικές χιλιάδες θερμίδες ημερησίως ασκούμενος ή οδηγείται να δαπανά αυτή την ενέργεια επειδή το σώμα του από τη φύση του είναι έτσι φτιαγμένο, ώστε να δαπανά τις θερμίδες το ταχύτερο δυνατόν; Αν ο λιπώδης ιστός ανθίσταται στη συσσώρευση θερμίδων, το σώμα του δεν έχει άλλη επιλογή από το να τις καίει όσο μπορεί πιο γρήγορα. Το σώμα του τον οδηγεί να πάρει τη ρακέτα και να χτυπάει την μπάλα, όχι ο νους του. Αντίθετα, αυτοί που παχαίνουν έχουν το αντίστροφο πρόβλημα: Ο λιπώδης ιστός τούς οδηγεί να συσσωρεύουν θερμίδες κι έτσι αφήνουν στους μυς ένα έλλειμμα ενέργειας προς καύση. Δεν είναι η θέληση που λείπει από τους παχύσαρκους, αλλά τα καύσιμα.

Σύμφωνα με τον Τάουμπς, «το κλειδί βρίσκεται στον όγκο του λίπους που κουβαλάμε. Από βιολογική σκοπιά οι αδύνατοι άνθρωποι δεν είναι αυτοί που έχουν τη βούληση να ασκούνται περισσότερο και να τρώνε λιγότερο. Είναι οι άνθρωποι των οποίων τα σώματα είναι προγραμματισμένα να στέλνουν τις θερμίδες που καταναλώνουν στους μυς για να καούν αντί να τις στείλουν στον λιπώδη ιστό για να συσσωρευθούν. Οι υπόλοιποι κάνουμε το αντίστροφο, στέλνοντας τις θερμίδες στο λιπώδη ιστό, όπου συσσωρεύονται και δημιουργούν πλεόνασμα».

Ολα αυτά δεν σημαίνουν ότι η φυσική άσκηση δεν κάνει γενικώς καλό. Πολλοί το διασκεδάζουν. Αλλοι το θεωρούν ένα ευχάριστο διάλειμμα στην καθημερινή ρουτίνα. Η φυσική άσκηση μπορεί επίσης να μειώνει τις πιθανότητες καρδιακής προσβολής. Ισως να μας προσθέτει μερικά ακόμα χρόνια ζωης. «Ομως δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι γυμναζόμενοι θα χάσουμε σημαντικό βάρος και ελάχιστοι λόγοι να πιστεύουμε ότι δεν θα το ξανακερδίσουμε τρώγοντας».

Στο βαθμό στον οποίο πολλοί άνθρωποι έχασαν βάρος ασκούμενοι, αυτό συνέβη επειδή παράλληλα άλλαξαν και τις διατροφικές τους συνήθειες -λιγότερα γλυκά, αλκοολούχα, πατάτες, ζυμαρικά, ψωμιά. Και καταλήγει ο Αμερικανός διατροφολόγος:

«Είναι καιρός να υιοθετήσουμε μια επιστημονική ή βιολογική αντίληψη των υπερβολών μας και να εγκαταλείψουμε τη θρησκευτική. Τα οφέλη της άσκησης περιλαμβάνουν τη χαρά της ενάρετης ζωής. Εκανα γυμναστική σήμερα, άρα μπορώ να φάω όσο και ό,τι θέλω. Αλλά ίσως η σχέση αιτιότητας είναι αντίστροφη. Ισως ο λόγος για τον οποίο η γυμναστική είναι αναγκαία είναι επειδή τρώμε παχυντικές τροφές, το καλύτερο που πιστεύουμε ότι μπορούμε να κάνουμε στην πάλη εναντίον του δικού μας λιπώδους ιστού».


Εσωτερικά: Το μόνο που αποδεικνύουν οι έρευνες είναι ότι η άσκηση… ανοίγει την όρεξη!
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Θέμα: ΕΛΕΥΘΕΡΟ

Οκτώβριος 8, 2007

Τσόμσκι, ο φιλελεύθερos

Filed under: Uncategorized — Takis Michas @ 12:56 μμ


Επιχείρηση ιδεολογικής «αποκατάστασης» του γνωστού Αμερικανού διανοούμενου,

ενάντια στην καθιερωμένη αντίληψη που τον κατατάσσει εξ ολοκλήρου στην Αριστερά

Aπό τον Σωτήρη Βανδώρο

10 1455

Ο γνωστός δημοσιογρά-

φος Τάκης Μίχας έχει

πολλές φορές αμφι-

σβητήσει τους κοινούς

τόπους που επικρα-

τούν στην ελληνική

δημόσια σφαίρα. Πότε με τα δημοσιογραφι-

κά του κείμενα, πότε με ολόκληρα βιβλία -βλ.

ενδεικτικά το «Unholy Alliance. Greece and

Milosevic’s Serbia»- ασκεί συχνά ανελέητη

αλλά πάντως εμπεριστατωμένη κριτική είτε

σε επίσημες πολιτικές είτε σε ευρέως διαδε-

δομένες πεποιθήσεις και συμπεριφορές. Και

με τούτο το βιβλίο το ίδιο κάνει. Ηδη από την

πρώτη σελίδα θέτει ως προγραμματικό του

στόχο τη «συστηματική ανασυγκρότηση της

φιλελεύθερης κριτικής που ασκεί ο Τσόμσκι

στο σύγχρονο καπιταλισμό». Οπότε πολλοί

θα απορήσουν: μα υπάρχει φιλελεύθερη κρι-

τική στον καπιταλισμό; Κι εν πάση περιπτώ-

σει, είναι ο Τσόμσκι φιλελεύθερος; Aυτός που

καταγγέλλει διαχρονικά τις αμερικανικές κυ-

βερνήσεις, που τα βάζει με τις πολυεθνικές,

που αποτελεί την προσωποποίηση της αντί-

στασης στη «Νέα Τάξη», αυτός που γράφει σε

αναρχικά περιοδικά; Ναι, αυτός, λέει ο Μίχας.

Κι αναθέτει στον εαυτό του το έργο να προβεί

σε μια διπλή «αποκατάσταση».

Κατά πρώτον, παρά το γεγονός ότι ο Τσόμ-

σκι είναι από τους πλέον πολυμεταφρασμέ-

νους στοχαστές στα ελληνικά -μια πρόχειρη

έρευνα θα οδηγήσει σε καμιά τριανταριά τίτ-

λους- δεν παύει, κατά τον Μίχα, η πρόσληψή

του να είναι ατελής και κατά βάση μονομε-

ρής. Τον έχει τρόπον τινά «οικειοποιηθεί»

μια μερίδα της Αριστεράς και τον έχει κάνει

παντιέρα της. Κατά δεύτερον, ο φιλελευθε-

ρισμός εξακολουθεί στην Ελλάδα να είναι

μια παρεξηγημένη έννοια. Οχι μόνο συχνά

παραγνωρίζεται εντελώς η εσωτερική του

διαφοροποίηση, ιδιαίτερα όσον αφορά την

ιστορική του εξέλιξη, αλλά επιπλέον του απο-

δίδονται ιδέες και χαρακτηριστικά που στην

πραγματικότητα είναι ξένα, ακόμη κι αντίθε-

τα προς αυτόν.

Ο συγγραφέας προβαίνει λοιπόν σε μια πα-

ράλληλη παρουσίαση. Εξετάζει με βάση επι-

μέρους θεματικές και ζητήματα τις θέσεις του

Τσόμσκι τις οποίες αντιπαραβάλλει προς τις

αντίστοιχες φιλελεύθερες θέσεις. Το γενικό

συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει μια αξιοσημεί-

ωτη φιλελεύθερη διάσταση στον Αμερικανό

διανοούμενο, μολονότι σε καμία περίπτωση

δεν εξαντλείται, πόσω μάλλον δεν ανάγεται

στο φιλελευθερισμό συνολικά. Ο Τσόμσκι εί-

ναι λοιπόν φιλελεύθερος κατά το ότι αποδέ-

χεται ως πρωταρχική αξία την ατομική ελευ-

θερία κι επιπλέον πιστεύει ότι η ελεύθερη

αγορά είναι ένα επιθυμητό σύστημα, ενώ ο

κρατικός σχεδιασμός στην οικονομία ανε-

πιθύμητος κι αναποτελεσματικός. Αναγνω-

ρίζει έτσι ρητά ότι η σκέψη του συγγενεύει

με τον κλασικό φιλελευθερισμό και ιδίως με

τον Ανταμ Σμιθ. Πιστεύει, μάλιστα, όπως κι ο

Σμιθ, ότι η ανεπηρέαστη λειτουργία της αγο-

ράς σε συνθήκες ισότητας ευκαιριών μπορεί

να οδηγήσει και σε ισότητα αποτελεσμάτων.

Ετσι, η κριτική που ασκεί στο σύγχρονο καπι-

ταλισμό έχει (και) φιλελεύθερες καταβολές:

θεωρεί ότι η αγορά κάθε άλλο παρά ελεύθερη

είναι, καθόσον ελέγχεται από γιγαντιαίες επι-

χειρήσεις, οι οποίες έγιναν γιγαντιαίες με τη

συνέργεια του (αμερικανικού) κράτους που

μόνο αμερόληπτα δεν λειτουργεί. Ανάλογα,

στις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές, τα

προνομιούχα κράτη της δύσης επιβάλλουν

δασμούς κι άλλους όρους που διαστρεβλώ-

νουν τη λειτουργία της διεθνούς αγοράς σε

βάρος των αναπτυσσόμενων χωρών. Ο Τσόμ-

σκι, δηλαδή, επιθυμεί, σε επίπεδο αρχής, με-

γαλύτερη φιλελευθεροποίηση των αγορών

και λιγότερο προστατευτισμό.

Πρέπει να ομολογήσω ότι η ανάγνωση

του βιβλίου με οδήγησε σε μια μάλλον απο-

γοητευτική διαπίστωση. Η απογοήτευσή

μου δεν έγκειται βέβαια στο ότι ο Τσόμσκι

-όπως πειστικά δείχνει ο Μίχας- δεν πρέπει

να λογίζεται «γνήσιος» αριστερός, ό,τι κι αν

μπορεί να σημαίνει αυτό. Με απασχολεί κάτι

σημαντικότερο, νομίζω, από τις ιδεολογικές

ταξινομήσεις. Ενώ η προγραμματική στόχευ-

ση και τα ίδια τα περιεχόμενα του βιβλίου μάς

προϊδεάζουν ότι Τσόμσκι είναι, αν μη τι άλλο,

ένας συστηματικός διανοητής, κάθε άλλο

παρά αυτό προκύπτει. Αντίθετα -αναφέρο-

μαι πάντα στον πολιτικό στοχαστή, όχι στο

γλωσσολόγο- αποδεικνύεται εξαιρετικά μέ-

τριος με ελεγχόμενη συνεκτικότητα κι ακόμη

περισσότερο αμφισβητήσιμη πρωτοτυπία.

Χαρακτηρίζεται από ένα μάλλον αθεράπευτο

συγκρητισμό ιδεών και, κατά περίπτωση, από

αθεμελίωτη επιχειρηματολογία. Ομως, αυτό

δεν αναιρεί την αξία του ως προσωπικότητας

που παρεμβαίνει με παρρησία στα δημόσια

πράγματα προκειμένου να υπερασπιστεί

τους κοινωνικά αδικημένους.

Στο βιβλίο υπάρχει ένα κάποιο πρόβλημα

ανάπτυξης, στο βαθμό που ζητήματα που

αφορούν το φιλελευθερισμό γίνονται αντι-

κείμενο εκτενούς διαπραγμάτευσης σε αυ-

τοτέλεια από τον Τσόμσκι, δημιουργώντας

την απορία ποιο ακριβώς είναι το αντικείμε-

νο, ο Τσόμσκι ή ο φιλελευθερισμός; Επιπλέον,

ορισμένα από τα επιχειρήματα του Μίχα είναι

αδύναμα. Ο τρόπος που υπερασπίζεται το με-

θοδολογικό ατομισμό είναι εν προκειμένω

χαρακτηριστικός. Εξίσου προκαλεί απορία το

ότι ενώ καταπιάνεται και με το γλωσσολόγο

Τσόμσκι και μολονότι συνοψίζει τις βασικές

ιδέες του ικανοποιητικά, δεν αναφέρεται κα-

θόλου στις «Συντακτικές Δομές». Ωστόσο,

συνολικά το βιβλίο χαρακτηρίζεται από μεθο-

δικότητα και ενδιαφέροντα σημεία εστίασης,

η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι εξαιρετικά

διαυγής, ενώ μια διάσταση πολεμικής που

ενσωματώνει είναι καλοδεχούμενη. Ας ανά-

ψουν λίγο τα αίματα.

svandoros@e-tipos.com

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007

Δοκίμιο

 

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.