matchpoint

Ιουλίου 12, 2008

Μια ΙΚΕΑ της… εκπαίδευσης!

Filed under: Uncategorized — Takis Michas @ 8:50 πμ
Πλανήτης ΓΗ

 

 

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ (www.tmichas.wordpress.com)

 

«Η αρχή στην οποία βασίζουμε την εκπαιδευτική μας πολιτική είναι ότι κάθε μαθητής είναι διαφορετικός από τον άλλο και ότι κατά συνέπεια θα μαθαίνει με διαφορετικούς τρόπους και με διαφορετική ταχύτητα από τον άλλο».

 

Από το πρόγραμμα του Κουνσκαπσκολάν

Οπως έχουμε αναφέρει και σε άλλα σημειώματα, οι σκανδιναβικές χώρες βιώνουν μια εκπαιδευτική επανάσταση στον χώρο της δευτεροβάθμιας παιδείας. Οι παλιές αντιλήψεις για διαχωρισμό μεταξύ π.χ. ιδιωτικών και δημόσιων σχολείων έχουν υποχωρήσει και έχουν δώσει τη θέση τους σε νέα σχήματα που καθιστούν τη διαφοροποίηση ανενεργή. Ετσι π.χ. στη Σουηδία το κράτος παρέχει ετησίως ένα «δελτίο» (αξίας 8-12 χιλ. ευρώ) σε όποιον μαθητή επιθυμεί να φοιτήσει σε ιδιωτικό σχολείο, το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό των διδάκτρων. Ομως σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου τα ιδιωτικά σχολεία αποτελούν στις περισσότερες περιπτώσεις απλά μια εξωραϊσμένη απομίμηση των δημόσιων («δημόσιο συν πισίνα»), στη Σουηδία έχουν πραγματικά κάτι νέο να προσφέρουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι το περίφημο Κουνσκαπσκολάν («Σχολείο Γνώσης») που ιδρύθηκε το 1996. Πρόκειται για μια αλυσίδα 21 Γυμνασίων και 9 Λυκείων που σήμερα έχει 9.200 μαθητές και απασχολεί 700 εργαζομένους. Το σχολείο δεν επιβάλλει δίδακτρα ούτε παίρνει κρατική ενίσχυση. Χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τα «κουπόνια» των μαθητών και κατά συνέπεια η κερδοφορία του εξαρτάται από τον αριθμό μαθητών που θα ελκύσει.

Η αλυσίδα των Κουνσκαπσκολάν βασίζεται στην ίδια αρχή με την αλυσίδα των καταστημάτων ΙΚΕΑ: την προσωπική συμμετοχή του πελάτη στη διαμόρφωση του τελικού προϊόντος. Στην ΙΚΕΑ αυτό γίνεται μέσω της συναρμολόγησης του προϊόντος από τον πελάτη. Στην περίπτωση του Κουνσκαπσκολάν, μέσω της συμμετοχής του μαθητή στη διαμόρφωση του αναλυτικού προγράμματος σπουδών που θα ακολουθήσει.

Σήμερα στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ο τρόπος διδασκαλίας παραμένει ο ίδιος με αυτόν που υπήρχε και πριν από δύο αιώνες. Η διδασκαλία είναι η ίδια για όλους και δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της ότι κάθε μαθητής έχει διαφορετικές ικανότητες, ταλέντα και ενδιαφέροντα. Ο καθηγητής απευθύνεται σε ένα μαθητή που αντιπροσωπεύει ένα φαντασιακό «μέσο όρο» με συνέπεια να είναι όλοι δυσαρεστημένοι: τόσο οι μαθητές που είναι πιο προχωρημένοι όσο και αυτοί που βρίσκονται πιο πίσω.

Το Κουνσκαπσκολάν αντίθετα λειτουργεί σε εντελώς διαφορετική βάση. Κάθε μαθητής έχει τον προσωπικό του καθηγητή με τον οποία από κοινού διαμορφώνει το πρόγραμμα μαθησιακών στόχων σε κάθε μάθημα για την επόμενη εβδομάδα, μήνα, χρόνο. Αυτό επιτρέπει στον μαθητή να προσαρμόζει τις μαθησιακές απαιτήσεις στις δικές του ικανότητες. Ο καθηγητής και το σχολείο, με άλλα λόγια, προσαρμόζονται στις ικανότητες και προτιμήσεις του μαθητή και όχι το αντίστροφο, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα σχολεία σήμερα.

Η μελέτη των διάφορων μαθημάτων γίνεται ή με «βήματα» ή με «τάξεις». Η μελέτη των Αγγλικών, Μαθηματικών και Φυσικής σε όλη τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρίζεται σε 35 «βήματα». Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε μαθητής μπορεί να προχωρεί με ταχύτερους ή βραδύτερους ρυθμούς ανεξάρτητα από τη σχολική χρονιά στην οποία βρίσκεται.

Τα άλλα μαθήματα διδάσκονται με «τάξεις» -όπου κανείς έχει την επιλογή να στοχεύσει σε επίπεδο Βάσης, Επαίνου, Διάκρισης.

Στην αρχή κάθε εβδομάδας ο μαθητής συναντά τον προσωπικό του καθηγητή με τον οποίο συζητούν το πρόγραμμα που θα ακολουθήσει για εκείνη την εβδομάδα. Ο μαθητής μπορεί να επιλέξει ένα «πακέτο» που αποτελείται από διαλέξεις, σεμινάρια, ομαδική εργασία και εργαστήρια. Κάθε εβδομάδα η σύσταση του «πακέτου» αλλάζει ανάλογα με τις ανάγκες του μαθητή.Ο προσωπικός καθηγητής ελέγχει την πρόοδο, την εκπλήρωση των στόχων του μαθητή και τον βοηθά στην περαιτέρω διαμόρφωση της στρατηγικής μάθησης που θα ακολουθήσει. Οπως αναφέρει και το πρόγραμμα του σχολείου, «οι καθηγητές είναι συνέχεια μαζί με τα παιδιά όλη την ημέρα, αντί να εξαφανίζονται στο δωμάτιο των καθηγητών μεταξύ των ωρών. Υπάρχει πάντοτε ένας καθηγητής διαθέσιμος να σε βοηθήσει αν χρειάζεσαι βοήθεια με τα μαθήματά σου».

Τέλος, να σημειωθεί ότι το περιβάλλον του Κουνσκαπσκολάν διακρίνεται για τη λιτότητά του. Συνήθως νοικιάζονται γραφεία τα οποία μετατρέπονται σε αίθουσες διδασκαλίας. Για τις αθλητικές δραστηριότητες η σχολή νοικιάζει γήπεδα ποδοσφαίρου, μπάσκετ και τένις καθώς και πισίνες από αθλητικούς συλλόγους.

Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι ήδη το Κουνσκαπσκολάν έχει αρχίσει να επεκτείνεται και να δημιουργεί «ακαδημίες» που βασίζονται στις ίδιες αρχές και σε άλλες χώρες (π.χ. Αγγλία). Ποιος ξέρει λοιπόν; Ισως και στο μέλλον η λύση στο εκπαιδευτικό μας πρόβλημα να προέλθει από τη Σουηδία! Διότι καθημερινά γίνεται πασιφανές ότι τίποτα το ενδιαφέρον στον τομέα όχι μόνο της παιδείας αλλά και της υγείας ή της ασφάλειας κ.λπ. δεν πρόκειται να προέλθει από την ίδια τη χώρα. Το μόνο που παράγει πλέον η Ελλάδα είναι το ρουσφέτι και η διαφθορά. *

Από το πρόγραμμα του Κουνσκαπσκολάν

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 30/06/2008
Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.
Advertisements

Πείνα , Ελλαδα και «Μαυρη Αγορα»

Filed under: Uncategorized — Takis Michas @ 8:49 πμ

Του ΤΑΚΗ ΜΙΧΑ

 

Η περίοδος της πείνας, στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, στοίχισε στην Ελλάδα το 5% του πληθυσμού της και αποτέλεσε μία από τις τραγικότερες στιγμές της ιστορίας της. Οι κατασχέσεις τροφίμων από τους Γερμανούς, η μείωση της παραγωγής και οι μαυραγορίτες ήταν, ώς τώρα, οι επίσημες αιτίες του λιμού. Να, όμως, που μία τολμηρή ιστορική μελέτη αναδεικνύει δύο ακόμη:

 

Εκτός από τους Γερμανούς, στην έλλειψη τροφίμων οδήγησε και ο ναυτικός αποκλεισμός για ένα χρόνο απ’ τους συμμάχους.

Το ναυτικό αποκλεισμό που επέβαλαν, τότε, οι Αγγλοι και τις διοικητικές ρυθμίσεις που έγιναν από την ελληνική κατοχική κυβέρνηση.

Η έρευνα της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Νιούκασλ Βιολέτας Χιονίδου «Famine and Death in Occupied Greece» (Λιμός και Θάνατος στην Κατεχόμενη Ελλάδα) εκδόθηκε πρόσφατα από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και περιέχει στοιχεία που εμπλουτίζουν τα έως σήμερα δεδομένα:

*Μία από τις πιο διαδεδομένες ερμηνείες είναι ότι ο λιμός στα πρώτα χρόνια της Κατοχής (1941-1942) οφειλόταν στο ότι οι Γερμανοί και οι Ιταλοί κατάσχεσαν όλη την ετήσια σοδειά.

Ελλειψη σιτηρών

Ομως, όπως δείχνει η Χιονίδου, αυτές οι κατασχέσεις αφορούσαν αγαθά (πορτοκάλια και λεμόνια στη Χίο, λαδι στη Λέσβο και σταφίδες στην Κρήτη) που ήταν ήδη αποθηκευμένα. Και, κατά συνέπεια, είχαν ελάχιστες επιπτώσεις στην έκρηξη του λιμού.

*Καθοριστικό ρόλο στο ξέσπασμα του λιμού έπαιξε, κατά τη συγγραφέα, ο ναυτικός αποκλεισμός των Αγγλων, που επιβλήθηκε αμέσως μετά την κατάληψη της Ελλάδας. Κι αυτό γιατί αν και το 60% του πληθυσμού ήταν, τότε, αγρότες, η επιβίωσή του εξαρτάτο από τις εισαγωγές τροφίμων.Υπολογίζεται ότι προπολεμικά το 30%- 45% των σιτηρών που κατανάλωνε η χώρα ήταν εισαγόμενα. Κατανοεί, λοιπόν, εύκολα κανείς τις συνέπειες που είχε ο αποκλεισμός στη διατροφική κατάσταση των Ελλήνων.

*Ανατρέχοντας σε αδημοσίευτα έγγραφα του Φόρεϊν Οφις, η Χιονίδου αποκαλύπτει συγκρούσεις εντός της βρετανικής κυβέρνησης σχετικά με το θέμα του αποκλεισμού: Από την μια πλευρά ο υπουργός Εξωτερικών Αντόνι Ιντεν επέμενε να δοθεί βοήθεια στην Ελλάδα, όμως είχε να αντιμετωπίσει το υπουργείο Οικονομικού Πολέμου. Στη διαμάχη αυτή παρενέβη ο ίδιος ο Τσόρτσιλ, που υποστήριξε τη συνέχιση του αποκλεισμού.

*Τον Δεκέμβριο του 1941, ο λιμός είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του, με εκατοντάδες ανθρώπους να πεθαίνουν στους δρόμους. Τότε παρενέβη η αμερικανικη κυβέρνηση, εκφράζοντας την ανησυχία της στη Βρετανία για την κατάσταση στην Ελλάδα, και ζητώντας να απαντήσει στις κατηγορίες ότι ευθυνόταν για τον λιμό στη χώρα.

Ετσι, το Λονδίνο άλλαξε την πολιτική του, και από τον Φεβρουάριο του 1942 άρχισε ξανά η αποστολή βοήθειας και τροφίμων στην Ελλάδα.

Η διοικητική διαίρεση της κατεχόμενης Ελλάδας σε 13 ζώνες, μεταξύ των οποίων απαγορευόταν η διακίνηση προϊόντων, είχε ολέθριες συνέπειες, ιδιαίτερα για την Αθήνα που δεν διέθετε δική της αγροτική παραγωγή.

*Μια άλλη διαδεδομένη ερμηνεία για τον λιμό είναι ότι οφειλόταν στους «μαυραγορίτες», που αποθηκεύοντας τα τρόφιμα δημιουργούσαν ελλείψεις.

Ομως και αυτή την άποψη αμφισβητεί η μελέτη της ελληνίδας καθηγήτριας. Σύμφωνα με τη Χιονίδου, τις ελλείψεις τις προκάλεσε ο κατακερματισμός της αγοράς και οι έλεγχοι των τιμών, ενώ η «μαύρη αγορά», στην οποία συμμετείχαν λίγο πολύ όλοι, μάλλον άμβλυνε την κατάσταση.

*Η Ελλάδα μετά την παράδοσή της διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες: Τη βουλγαρική (Βόρεια Ελλάδα), τη γερμανική (Αθήνα, Κρήτη και ορισμένα νησιά, τμήμα της Μακεδονίας) και την ιταλική (υπόλοιπη Ελλάδα). Επιπλέον, η χώρα χωρίσθηκε σε 13 ζώνες, μεταξύ των οποίων απαγορευόταν η μετακίνηση ανθρώπων ή προϊόντων.

*Αυτός ο κατακερματισμός της αγοράς και οι έλεγχοι των τιμών είχαν ως αποτέλεσμα να σταματήσει κάθε είδους νόμιμη εμπορική συναλλαγή, κάτι που οδηγούσε σε ολοκληρωτική εξάρτηση από την τοπική παραγωγή.

Ετσι, οι τιμές και οι ελλείψεις συγκεκριμένων προϊόντων διέφεραν από ζώνη σε ζώνη, και εκτεθειμένα στον λιμό βρέθηκαν τα μέρη όπου δεν υπήρχε σημαντική παραγωγή τροφίμων: τα αστικά κέντρα, τα απομονωμένα ορεινά χωριά και τα ξερονήσια.

Οι «μαυραγορίτες»

Στο πλαίσιο αυτό, εμφανίστηκε στην Ελλάδα η «μαύρη αγορά», που στην ουσία ήταν το μόνο μέρος από το οποίο μπορούσε κανείς, πλέον, να προμηθευτεί ορισμένα βασικά αγαθά.

*Στην «μαύρη αγορά», συμμετείχε αναγκαστικά όλος σχεδόν ο πληθυσμός, είτε ως αγοραστής είτε ως πωλητής, στο βαθμό που ήταν ο μοναδικός χώρος όπου έβρισκε κανείς τροφή. Ηταν επίσης το μέρος όπου αντάμωναν όλες οι κοινωνικές τάξεις της χώρας.

*Γράφει χαρακτηριστικά η Χιονίδου: «Η τράμπα ή ανταλλαγή, υιοθετήθηκε κατ’ αρχάς από τους χωρικούς και ύστερα από όλους. Κοσμήματα, έπιπλα, μηχανές ραψίματος, ρούχα θα ανταλλάσσονταν για γεωργικά προϊόντα. Στην Χίο, π.χ., οι γυναίκες των ναυτικών που είχαν μείνει στους Βροντάδες θα αντάλλασαν ρούχα και υφάσματα από το εξωτερικό για τρόφιμα στα χωριά. Οι γυναίκες αυτές θα έκλειναν και «ντιλ» με τους ψαράδες, ανταλλάσσοντας ακριβά οικιακά σκεύη, για συγκεριμένο αριθμό ψαριών, που θα έπαιρναν σε δόσεις. Ακόμα και οι ταβέρνες στην κατεχόμενη χώρα λειτουργούσαν στη βάση της ανταλλαγής: ένα ποτό για μια φούχτα ξερά φασόλια».

*Από την άλλη πλευρά, παρ’ όλο που μεγάλο μέρος του πληθυσμού συμμετείχε στην παραοικονομία, κανείς δεν αναγνώριζε τον εαυτό του ως «μαυραγορίτη». «Μαυραγορίτης» ήταν πάντοτε ο Αλλος. Η ρητορική των αρχών, αλλά και της αριστεράς, που ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία τους, ήταν -κατά τη συγγραφέα- ο κυριότερος λόγος που πολλοί απέκρυπταν την συμμετοχή τους στην παραοικονομία.

*«Για τους δημόσιους υπαλλήλους μαυραγορίτες ήσαν οι εργάτες, που έκαναν τους μεσάζοντες μεταξύ των χωρικών και των αστών, οι βαρκάρηδες, οι Ιταλοί, οι έμποροι και οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα -αλλά ποτέ οι δημόσιοι υπάλληλοι! Για τους εργάτες πάλι, οι μαυραγορίτες ήσαν οι μπακάληδες, οι χωρικοί και οι εύποροι», καταλήγει η συγγραφέας.



ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ – 06/07/2008



Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Blog στο WordPress.com.