Απρίλιος 30, 2008

Balkan Neighbors

Filed under: English texts — Takis Michas @ 9:17 πμ


April 29, 2008


After a recent visit to Skopje, the U.S. envoy to NATO, Victoria Nuland, said that the argument between Greece and Macedonia could be settled «within days or weeks.» If only. Unfortunately, the so-called name dispute is far too complex for easy fixes.

First there is the name: Greece wants its northern neighbor to change its constitutional designation, Republic of Macedonia, to something else, perhaps with «New» or «Upper» prefixed. Unless it does so, Greece will continue to block Macedonia’s entry into NATO, as it did at this month’s Bucharest summit, and presumably the European Union. Athens claims the current name reveals territorial ambitions against its own northern province of Macedonia.

There is also the dispute over the existence of a Macedonian nation. Since the end of World War II, Greece consistently refused to acknowledge such a nation or ethnic group, arguing that it was the «artificial creation» of former Yugoslav strongman Tito. According to this view, the only real Macedonians are ethnic Greeks. Greek officials and most of the media here today refer to Macedonia by the demeaning term «Skopjans.»

Then there is the question of language. Greece denies the existence of a Macedonian language, claiming that this is merely a «local idiom» or «dialect.»

There is, lastly, the issue of Slav Macedonians who fled Greece after World War II. Greece denies these political refugees and their descendants any «right of return,» saying they were traitors who forfeited their claims to citizenship by fighting alongside the Communist-led Democratic Army, which sought the secession of (Greek) Macedonia from Greece. After the defeat of the Communist forces in the Greek Civil War, many of the militants settled in the countries of the former Soviet block, including approximately 30,000 in the neighboring then-Yugoslav Republic of Macedonia. Their properties in Greece were confiscated by the state and reallocated to the inhabitants of the region. In 1983, then Socialist Prime Minister Andreas Papandreou passed a law allowing for the repatriation of the communist political refugees. However, Slav Macedonians were excluded from this deal since the law applied only to ethnic Greeks.

All four areas of dispute are interrelated. All tend to confirm the fears and stereotypes the inhabitants of both countries have about the other.

For the Greeks – especially in the northern regions – the claims concerning the existence of a «Macedonian» nation, language or country as well as for the return of the refugees are seen as part and parcel of Skopje’s «irredentism.» Recent actions by the Macedonian government, such as the decision to rename the airport in Skopje after Alexander the Great or the circulation in public of maps of «Greater Macedonia» that include parts of Greece, did nothing to allay the fears of many Greeks that the «expansionist» ideology of their neighbor poses a threat to territorial integrity.

On the other side of the border, the picture is inverted. For the Macedonians, Greek attempts to deny them a name, a language, an ethnicity and basic human rights (like «the right to return») are part of the «cultural genocide» of Slav Macedonians that Greece has been waging for the past century. By this view, the ethnic homogenization of northern Greece – which started with the Balkan wars at the beginning of the last century and culminated in the post-World War II settlement in the region – was intended to Hellenize the Slav populations of Northern Greece.

According to this view, in the course of the nation-building of modern Greece, key aspects of history, life and culture that didn’t conform with the official vision of a single, unitary nation that could trace its lineage back to the days of Pericles were erased. Entire towns and villages disappeared from the map as did the names of a host of public spaces, churches, monasteries, mountains, lakes and rivers. Slavic family and individual names were changed into Greek names. The public use of the Slavic Macedonian language was prohibited.

Contrary to received wisdom, the dispute between Greece and Macedonia isn’t over a mere name, but concerns competing national mythologies, symbols and histories. In other words, we have here all the usual Balkan issues over which people in this part of the world and elsewhere have butchered each other in the distant and not-so-distant past. No easy fix is possible, and a compromise over the name won’t put to rest the basic conflict. Unless all the problems are addressed openly and honestly, mutual distrust will persist, ready to erupt again at the first opportunity – or once EU reconstruction funds dry up.

Had Athens and Skopje engaged in serious bilateral or multilateral talks during the past decade on all the points of contention, and not focused simply on the «name,» perhaps they would not find themselves in their current, absurd predicament.

Mr. Michas, a Greek journalist, is author of «Unholy Alliance: Greece and Milosevic’s Serbia» (University of Texas A & M Press, 2002).


Απρίλιος 23, 2008

Η μαύρη σακούλα του Τύπου

Filed under: Politics and Economics — Takis Michas @ 11:48 πμ

ID: 1546265
Ημ/νία: 21/04/2008
Σελ.: 11,12
Κατηγορία: Πολιτική

Δεκαετία ’50:

Εκτεταμένο μηχανισμό ελέγχου του Τύπου με την αρωγή των μυστικών υπηρεσιών είχε εγκαθιδρύσει η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Το σύστημα χρησιμοποιούσε γνωστούς δημοσιογράφους, που αμείβονταν από τα «μυστικά κονδύλια». Στόχος του μηχανισμού ήταν η καταπολέμηση της ανόδου των αριστερών δυνάμεων και ταυτόχρονα η ενίσχυση της ΕΡΕ, του κόμματος του οποίου ηγείτο.

Στελέχη του μηχανισμού και αποδέκτες των μυστικών κονδυλίων υπήρξαν επίσης άτομα τα οποία αργότερα θα έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

Αυτές οι αποκαλύψεις περιέχονται σε υπό δημοσίευση μελέτη του αναπληρωτή καθηγητή Διπλωματικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιάννη Στεφανίδη με τίτλο «Η …δημοκρατία δυσχερής: Η ανάπτυξη των μηχανισμών του «αντικομμουνιστικού αγώνος», 1958-1961». Η έρευνα, μικρό μέρος της οποίας παρουσιάζουμε σήμερα, θα δημοσιευτεί στο σύνολό της στο περιοδικό της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού «Μνήμων».

Η ημερομηνία-σταθμός για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα υπήρξε αυτή των εκλογών της 11ης Μαΐου 1958. Οι εκλογές αυτές μπορεί μεν να έδωσαν τη νίκη στην ΕΡΕ αλλά ανέδειξαν επίσης το κόμμα της Αριστεράς ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση, με ποσοστό που προσέγγισε το 25%. Τα εκλογικά οφέλη της Αριστεράς, εννέα μόλις χρόνια από τη λήξη του εμφύλιου πολέμου, ήταν επόμενο να θορυβήσουν την κυβέρνηση της ΕΡΕ και τους θεσμικούς και εξωσθεσμικούς παράγοντες που συγκροτούσαν εκείνο τον καιρό την εξουσία. Οπως ανέφερε ο ίδιος ο Καραμανλής, το αποτέλεσμα των εκλογών προκάλεσε στην παράταξή του «ένα μούδιασμα και ανησυχίες» για το μέλλον.

Η κυβέρνηση αντέδρασε σ’ αυτές τις εξελίξεις εξαπολύοντας ένα κύμα μέτρων καταστολής, που περιελάμβανε και τις εκτοπίσεις στελεχών της ΕΔΑ για τα οποία υπήρχαν υποψίες ότι είχαν σχέσεις με το παράνομο ΚΚΕ.

Η «Υπηρεσία Εσωτερικού Τύπου»

Ομως η κυβέρνηση Καραμανλή και ο πρωθυπουργός προσωπικά έδειξαν επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εφαρμογή «ψυχολογικών μέτρων» αντιμετώπισης της «κομμουνιστικής δραστηριότητας». Επειτα από διάφορα πειράματα και αποτυχημένες προσπάθειες, κεντρικός υπηρεσιακός φορέας για τη διεξαγωγή της διαφώτισης και της προπαγάνδας αναδείχτηκε η Γενική Διεύθυνση Τύπου και Πληροφοριών (ΓΔΤΠ), η οποία λειτουργούσε ως τμήμα του υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως από το 1951. «Η υπηρεσία αυτή», αναφέρει ο καθηγητής Στεφανίδης, «είχε ήδη αναπτύξει αγαστή συνεργασία με τις υπηρεσίες ασφαλείας, ιδίως με την ΚΥΠ, τόσο στον τομέα των πληροφοριών όσο και στο πλαίσιο κοινών εγχειρημάτων».

Προκειμένου να ανταποκριθεί η ΓΔΤΠ στα αυξημένα της καθήκοντα, απέκτησε πρόσβαση σε σημαντικά ποσά από τις «εθνικές δαπάνες» (δηλ. τα γνωστά ως «μυστικά κονδύλια») τα οποία, όπως ανέφερε η σχετική νομοθεσία, ήταν δυνατόν να εκταμιευθούν με την επίκληση «εθνικών σκοπών» και «κατά παρέκκλιση των διατάξεων του λογιστικού νόμου». Μεταξύ του 1957 και του 1962 τα μυστικά κονδύλια της ΓΔΤΠ τριπλασιάστηκαν, από 27 εκατομμύρια σε 77 εκατομμύρια δραχμές.

Επίκεντρο των δραστηριοτήτων της ΓΔΤΠ υπήρξε η προσπάθεια χειραγώγησης των ΜΜΕ -όχι τόσο της ραδιοφωνίας, που τελούσε υπό κρατικό έλεγχο, όσο του αντιπολιτευόμενου κυρίως Τύπου, που κρινόταν «ασύδοτος». Αλλά και η κατάσταση στον φιλοκυβερνητικό Τύπο κρινόταν από την κυβέρνηση ως απογοητευτική: εκεί το πρόβλημα, όπως παρατηρούν μελαγχολικά οι συντάκτες των σχετικών υπηρεσιακών σημειωμάτων, αφορούσε την έλλειψη κεντρικής γραμμής και «την ανάπτυξη ιδιοτελών αξιώσεων» για δάνεια και άλλες οικονομικές παροχές!

Η τακτική την οποία υιοθέτησε η ΓΔΤΠ ήταν ένας συνδυασμός πιέσεων και παροχών. Αφενός υιοθέτησε την πολιτική της αυστηρής εφαρμογής της ποινικής νομοθεσίας ενώ παράλληλα επεξεργαζόταν μέτρα περαιτέρω φίμωσης του Τύπου -όπως π.χ. την υπαγωγή των δημοσιογραφικών οργανισμών στις διατάξεις του νόμου περι κοινωφελών επιχειρήσεων, δηλ. να γίνουν οι εφημερίδες ΔΕΚΟ! Αφετέρου υιοθέτησε την πολιτική της οικονομικής ενίσχυσης των φιλικών εντύπων -το 1958 οι επιχορηγήσεις μόνο του υπουργείου Προεδρίας σε δημοσιογραφικούς οργανισμούς ξεπερνούσαν τα 6,3 εκατομμύρια δραχμές. Τα μέτρα επηρεασμού του Τύπου που υιοθετήθηκαν περιελάμβαναν την πύκνωση των επαφών ανάμεσα στα κυβερνητικά στελέχη και τους διευθυντές των εφημερίδων, τη διοχέτευση «διαφωτιστικού» υλικού, τη μυστική χρησιμοποίηση «κατάλληλων δημοσιογράφων» και τη «στοργική» αντιμετώπιση των προβλημάτων του κλάδου.

Την υλοποίηση αυτού του προγράμματος ανέλαβε η Υπηρεσία Εσωτερικού Τύπου της ΓΔΤΠ η οποία, σύμφωνα με σημειώματα του προϊσταμένου υφυπουργού, όφειλε να εργαστεί «αφανώς και αποδοτικώς» χωρίς μόνιμο προσωπικό αλλά με «έκτακτους και αφοσιωμένους» συνεργάτες. Με βάση τις εισηγήσεις αυτές, το 1961 η υπηρεσία απασχολούσε έναν αριθμό δημοσιογράφων οι οποίοι χρηματοδοτούνταν από τις «Εθνικές Δαπάνες» (δηλαδή τα «μυστικά κονδύλια»). Αναλυτικότερα, η Υπηρεσία απασχολούσε:

* Δεκαέξι υπαλλήλους: Δύο από αυτούς, οι Δ. Μαρούδας και Γιώργος Αναστασόπουλος, διαδραμάτισαν αργότερα πολιτικό ρόλο στη ζωή της χώρας. Οι υπόλοιποι δεκατέσσερις ήσαν οι: Μ.Π., Δ.Μ., Ε.Α., Σ.Β., Ν.Μ., Ε.Π., Α.Δ., Γ.Α., Α.Δ., Π.Φ., Κ.Γ., Χ.Σ., Γ.Λ., Α.Μ.

* «Επιδοτούμενους» εν ενεργεία δημοσιογράφους: Χ. Ε.., Μ. Γ., Κ.Ε., Α.Ν., Σ.Χ., Ι.Ζ., Γ.Δ., Φ.Σ., Β.Ρ., Κ.Π., Ε.Δ.

* Δεκατρείς «επιδοτούμενους» δημοσιογράφους από την περιφέρεια: Ν.Σ., Χ.Σ., Π.Α., Π.Κ., Μ.Σ., Δ.Ρ., Ι.Σ., Κ.Π. από Θεσσαλονίκη, και Γ.Π., Β.Φ., Λ.Τ., Χ.Χ. και Μ.Φ. από τον ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι στον κατάλογο των χρηματοδοτούμενων από τις «εθνικές δαπάνες» περιλαμβάνονταν και δύο πολύ γνωστοί ξένοι ανταποκριτές: ο Γάλλος Μαρκ Μαρσό της «Le Monde» και ο Αγγλος ανταποκριτής του BBC «Λέσλι Φάινερ».

Οι αμοιβές που καταγράφονται από τα μυστικά κονδύλια κυμαίνονταν σε 1.000-5.000 δραχμές. Την εποχή εκείνη ο μισθός του μέσου δημοσιογράφου ήταν 1.200 δραχμές. Ο Αγγλος ανταποκριτής του BBC Λέσλι Φάινερ έπαιρνε το συγκλονιστικό για την εποχή ποσό των 23.000.

Επίσης οι δημοσιογράφοι Ν. Βερρος, Α. Προκοπίου, Δ. Πουλάκος συμμετείχαν μαζί με στελέχη των μυστικών υπηρεσιών στην εκπόνηση στρατηγικών καταπολέμησης του κομμουνιστικού κινδύνου. Αυτό γινόταν στο πλαίσιο της Υπηρεσίας Ειδικών Μελετών της ΚΥΠ.

Η προσπάθεια για έλεγχο του Τύπου και η χρησιμοποίηση δημοσιογράφων για την εξυπηρέτηση προπαγανδιστικών στόχων δεν φαινόταν να προβληματίζει κανέναν. Εθεωρείτο περίπου ως αυτονόητη. Οπως ανέφερε χαρακτηριστικά απόρρητο υπηρεσιακό σημείωμα του υπουργείου Προεδρίας, που φέρει την υπογραφή «Π.Π.»: «Απαιτείται παρέκκλισις από τας κειμένας Συνταγματικάς διατάξεις με αιτιολογικόν το εθνικόν θέμα. Διότι ημιεμπόλεμον κατάστασιν έχομε και προς εξωτερικούς -εκτός των εσωτερικών- εχθρούς παλαίομεν. Τι το λογικώτερον, λοιπόν, από την κατεύθυνσιν του Τύπου;»

Η «Ελληνική Επιμορφωτική Εταιρεία»

Ομως οι προσπάθειες της κυβέρνησης Καραμανλή για την εφαρμογή «ψυχολογικών μέτρων» αντιμετώπισης του κομμουνισμού δεν περιορίστηκαν μόνο στο χώρο του Τύπου.

Εκτιμώντας ότι οι «πνευματικοί άνθρωποι» ήσαν ιδιαίτερα ευάλωτοι στην κομμουνιστική προπαγάνδα, η ΚΥΠ μαζί με τη ΓΔΤΠ συνέστησαν τον Σεπτέμβριο του 1957 την Ελληνική Επιμορφωτική Εταιρεία που είχε ως στόχο να αναλάβει την «έμμεσον και έντεχνον διοχέτευσιν» προπαγάνδας με επίφαση επιστημονικής εγκυρότητας. Η κυβέρνηση εξασφάλισε επιχορήγηση 100.000 δραχμών το μήνα, που προέρχονταν και αυτά από τα «μυστικά κονδύλια» της ΓΔΤΠ και της ΚΥΠ. Στο επιτελείο της Εταιρείας διορίσθηκαν μεταξύ άλλων ο καθηγητής Κοινωνιολογίας και μετέπειτα υπουργός της Χούντας Δημήτριος Τσάκωνας, ο νομικός και μετέπειτα υπουργός του ΠΑΣΟΚ Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας, ο καθηγητής Φιλοσοφίας και μετέπειτα υπουργός της Ν.Δ. Δημήτριος Νιάνιας και ο μετέπειτα ιδεολογικός «γκουρού» της χούντας Γ. Γεωργαλάς.

Η Εταιρεία εξέδωσε με τα κονδύλια της ΚΥΠ το μηνιαίο περιοδικό «Γνώσεις». Η θεματολογία του περιοδικού συνδύαζε έντονο εθνικισμό και αντικομμουνισμό. Στο στόχαστρο δεν βρέθηκαν μόνον αριστεροί αλλά και φιλελεύθεροι διανοητές, όπως ο Γιώργος Θεοτοκάς, τον οποίο το όργανο της ΚΥΠ κατηγορούσε για «πνευματικό φραγκολεβαντινισμό». Το αμάρτημα του Θεοτοκά ήταν ότι είχε υποστηρίξει την οριστική υπέρβαση της παλιάς εδαφικής Μεγάλης Ιδέας, μέσω της συμμετοχής της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο ανώνυμος συντάκτης του περιοδικού προέβαλλε ως αντίδοτο στην ισοπεδωτική «χοάνη» της παγκοσμιοποίησης «μια αληθινά λαμπρή εθνική κυψέλη», με πίστη στη «ζωτικότητα της ελληνικής φυλής» και στο όραμα της εδαφικής επέκτασης.

Πάντως, δύο έτη μετά τη σύστασή της, η Εταιρεία έπαψε να λειτουργεί. Ο λόγος ήταν τα κλασικά προβλήματα του ελληνικού δημοσίου. Οι προϊστάμενοί της την υποχρέωναν να προσλάβει υπαλλήλους «χωρίς ειδικά προσόντα», με αποτέλεσμα οι πόροι για την ιδεολογική πάλη να αναλώνονται σε αργομισθίες. Ενώ η κύρια αποστολή της ήταν η αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής προπαγάνδας», οι υπάλληλοί της επιφορτίσθηκαν με τη δημιουργία αρχείων Τύπου και ιδιωτικών οργανώσεων, παραμένοντας όπως αναφέρει το σχετικό απόρρητο σημείωμα «ουσιαστικώς… αργόμισθοι».

Ορισμένοι από τους δημοσιογράφους που μετείχαν στην Υπηρεσία Εσωτερικού Τύπου της ΓΔΤΠ αργότερα έκαναν πολιτική καριέρα. Ο Γ. Αναστασόπουλος έγινε υφυπουργός Τύπου και ευρωβουλευτής με τη Ν.Δ. και σήμερα είναι πρεσβευτής της Ελλάδας στην Ουνέσκο.

Δύο άλλα στελέχη που επάνδρωσαν τους μηχανισμούς «ψυχολογικού αγώνος» της κυβέρνησης Καραμανλή έπαιξαν αργότερα πολύ σημαντικό ρόλο στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ: ο Δημήτρης Μαρούδας διετέλεσε υφυπουργός Προεδρίας και ο Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης.

Συντάκτης: Μίχας

Η φτώχεια προκαλεί τη φτώχεια

Filed under: Politics and Economics — Takis Michas @ 11:46 πμ

ID: 1546376 Εντυπο: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ Ημ/νία: 21/04/2008 Σελ.: 52 Κατηγορία: Πλανήτης ΓΗ

Ακόμη και στις εύπορες κοινωνίες της Δύσης η φτώχεια είναι παρούσα. Στο ερώτημα, γιατί το φαινόμενο αυτό δεν έχει εξαφανιστεί, οι απαντήσεις ποικίλλουν.

Οι προερχόμενοι από τον συντηρητικό χώρο αναλυτές πιστεύουν ότι η φτώχεια οφείλεται στις εγγενείς αδυναμίες των φορέων της: έλλειψη εργατικότητας, χαμηλή ευφυΐα, έλλειψη αυτοπειθαρχίας είναι ορισμένες από τις πιο γνωστές εξηγήσεις του φαινομένου. Από τη συντηρητική λοιπόν σκοπιά η φτώχεια είναι ένα φαινόμενο που θα εξακολουθεί να υπάρχει, όσο θα υπάρχουν ανθρώπινες αδυναμίες. Από την προοδευτική πλευρά τα αίτια αναζητούνται κυρίως στην έλλειψη ευκαιριών που επιβάλλουν οι κοινωνικές συνθήκες: φυλετικές διακρίσεις (π.χ. μαύρων στις ΗΠΑ), οικογενειακό περιβάλλον, χαμηλή ποιότητα παιδείας κ.λπ. Από τη δική τους λοιπόν σκοπιά η φτώχεια είναι ένα φαινόμενο που μπορεί να εξαλειφθεί, αν υπάρξουν οι αναγκαίες αλλαγές. Ομως πρόσφατα ο καθηγητής Τσαρλς Καρέλις του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον πρότεινε μια θεωρία που θέτει σε εντελώς νέες βάσεις τη συζήτηση για τη φτώχεια. Σύμφωνα με την θεωρία του, τα αίτια της φτώχειας είναι… η φτώχεια! «Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ούτε η έλλειψη αυτοπειθαρχίας ούτε η έλλειψη ευκαιριών» γράφει. «Το επιχείρημά μου είναι ότι η φτώχεια προκαλεί τη φτώχεια». Οι περισσότεροι άνθρωποι που πλήττονται από τη φτώχεια είναι άτομα που δεν ολοκλήρωσαν την εκπαίδευσή τους, έμπλεξαν με τα ναρκωτικά, έκαναν παιδιά σε εφηβική ηλικία, ήρθαν σε σύγκρουση με το νόμο κ.λπ. Εκ πρώτης άποψης αυτή η συμπεριφορά είναι τελείως ανορθολογική. Ο πλούσιος θα έπρεπε να ήταν αυτός που θα είχε την άνεση να είναι τεμπέλης ή να κάνει χρήση ναρκωτικών. Διότι σύμφωνα με τις θεωρίες των οικονομικών, όταν έχεις πολλά χρήματα ή αγαθά, δεν έχεις μεγάλα κίνητρα να αποκτήσεις και άλλα. Αλλωστε εκεί βασίζεται και η φορολογική πολιτική. Το γεγονός ότι ο Μπιλ Γκέιτς πληρώνει περισσότερους φόρους από έναν δάσκαλο οφείλεται στο ότι π.χ. 100 ευρώ έχουν λιγότερη αξία για τον πρώτο από ό,τι έχουν για τον δεύτερο. Από τον φτωχό θα ανέμενε κανείς λοιπόν την ακριβώς αντίθετη συμπεριφορά. Στο βαθμό που τα χρήματα έχουν περισσότερη σημασία γι’ αυτόν θα έπρεπε να καταβάλει την έξτρα προσπάθεια να τελειώσει το σχολείο ή να δουλέψει σκληρά ή να αποφύγει τα ναρκωτικά. Ομως αυτό δεν συμβαίνει. Σύμφωνα με τον καθηγητή Καρέλις, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι κανόνες των οικονομικών που ισχύουν όταν είναι κανείς εύπορος, δεν ισχύουν όταν κανείς βρίσκεται στο επίπεδο της φτώχειας. Ο πλούτος και η φτώχεια δεν είναι απλά τα δύο αντίθετα άκρα στην ίδια γραμμή. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές καταστάσεις, δύο διαφορετικές εμπειρίες που επηρεάζουν την ψυχή του ανθρώπου με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Οταν κανείς είναι φτωχός, η κοσμοαντίληψη και όλες οι παραστάσεις του διαμορφώνοται από τη στέρηση. Δεν βλέπει τον κόσμο γύρω του ως ένα σύνολο αγαθών τα οποία μπορεί να αποκτήσει, αλλά ως ένα βουνό από ανυπέρβλητα προβλήματα. Γι’ αυτό δεν έχει κανένα κίνητρο να προσπαθήσει να βελτιώσει την κατάστασή του σε ένα σημείο (π.χ. να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του), διότι θα παραμείνουν όλα τα αλλα προβλήματα. Ο καθηγητής Καρέλις χρησιμοποιεί εδώ το παράδειγμα του τσιμπήματος της μέλισσας. Ενα άτομο που έχει τσιμπηθεί μόνο μία φορά έχει κίνητρο να βάλει κάτι στην πληγή, για να τη θεραπεύσει. Οταν όμως φέρει πολλαπλά τσιμπήματα, δεν έχει κανένα κίνητρο να θεραπεύσει ένα τσίμπημα, γιατί τα άλλα θα συνεχίσουν να τον πονάνε. Οσο πιο πολλά προβλήματα έχει κάποιος (όσο δηλαδή πιο φτωχός είναι) τόσο λιγότερα κίνητρα έχει να προσπαθήσει να λύσει ένα από τα προβλήματα. Ο φτωχός δεν είναι τόσο ένα άτομο που στερείται αγαθά όσο ένα άτομο που έχει πολλά προβλήματα. Αυτή η κατάσταση εξηγεί και την τάση των φτωχών να σηκώνουν τα χέρια ψηλά και να μην κάνουν καμιά προσπάθεια να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους. Αντιδρούν όπως κάποιος του οποίου το αυτοκίνητο έχει γρατσουνιστεί. Οταν έχεις ένα μόνο γρατσούνισμα, τότε έχεις κάθε κίνητρο να καλύψεις τη γρατσουνιά. Οταν όμως έχεις δέκα γρατσουνιές, τότε δεν έχεις κανένα κίνητρο να βάψεις τη μία γιατί παραμένουν οι άλλες εννέα. Ολα αυτά έχουν μεγάλη σημσια για την κοινωνική πολιτική καταπολέμησης της φτώχειας που ακολουθεί ένα κράτος. Μια ιδιαίτερα διαδεδομένη αντίληψη ήταν ότι το κράτος δεν θα πρέπει να είναι γενναιόδωρο με τα επιδόματα και τις παροχές, διότι με αυτό τον τρόπο καταδικάζει τους φτωχούς σε εξάρτηση και τους αποθαρρύνει στην προσπάθεια να ορθοποδήσουν μόνοι τους. Ομως αν ισχύουν οι θεωρίες του Καρέλις, τα συμπεράσματα είναι τα ακριβώς αντίθετα: τα γενναιόδωρα επιδόματα είναι εκείνα που θα βοηθήσουν τον φτωχό να ορθοποδήσει. Αν φέρεις π.χ. 6 τσιμπήματα μέλισσας, τότε το κράτος θα πρέπει να σε βοηθήσει να θεραπεύσεις τα 5 από αυτά, έτσι ώστε εσύ να έχεις το κίνητρο να θεραπεύσεις το ένα που απομένει. Αντίθετα, αν η κρατική βοήθεια σου επτρέπει να θεραπεύσεις μόνο το ένα από τα 6, τότε εξακολουθείς να μην έχεις κίνητρα να θεραπεύσεις τα άλλα και παραμένεις στην κατάσταση του πόνου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο καθηγητής Καρέλις δεν είναι οικονομολόγος, αλλά φιλόσοφος…

Λεζάντες: Ο πλούτος και η φτώχεια δεν είναι απλά τα δύο αντίθετα άκρα στην ίδια γραμμή. Πρόκειται για δύο διαφορετικές καταστάσεις, δύο διαφορετικές εμπειρίες που επηρεάζουν την ψυχή του ανθρώπου με εντελώς διαφορετικό τρόπο (φωτ.: ΑΠΕ) Συντάκτης: Μίχας Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ Στήλη: ΠΛΑΝΗΤΗΣ-ΓΗ Διάφορα: ΙΔΕΕΣ – ΓΕΓΟΝΟΤΑ – ΠΡΟΣΩΠΑ

Μόνο ο δάσκαλος μετράει!

Filed under: Uncategorized — Takis Michas @ 11:41 πμ

ID: 1542305
Ημ/νία: 07/04/2008
Σελ.: 16
Κατηγορία: Πλανήτης ΓΗ

Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε μια χώρα δεν εξαρτάται ούτε από τις κρατικές δαπάνες, ούτε από το μέγεθος της τάξης, ούτε από τον «προοδευτικό» χαρακτήρα των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων!

Εξαρτάται από έναν και μοναδικό παράγοντα: την ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Τα επιτυχημένα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο είναι εκείνα που καταφέρνουν να εντάσσουν στο διδακτικό τους προσωπικό τους πιο ταλαντούχους. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η έρευνα την οποία έκανε η γνωστή εταιρεία συμβούλων McKinsey. Στόχος της ογκώδους έρευνας -που πραγματοποιήθηκε τα έτη 2000 με 2007- ήταν να εντοπίσει τους παράγοντες εκείνους που παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας παιδείας.

Παίρνοντας ως άξονα αναφοράς τις επιδόσεις των διάφορων εκπαιδευτικών συστημάτων στον κόσμο -όπως προκύπτει από τη γνωστή έκθεση Piza του ΟΟΣΑ καθώς και άλλες ανάλογες μελέτες- καθώς και συνεντεύξεις με πάνω από 100 ειδικούς, πολιτικούς και εκπαιδευτικούς σε όλο τον κόσμο, η έρευνα της McKinsey προσπάθησε να εντοπίσει τα κοινά στοιχεία τα οποία έχουν όλα τα top εκπαιδευτικά συστήματα- όπως της Φινλανδίας, της Σιγκαπούρης, της Νότιας Κορέας κ.λπ. Ενα από τα πρώτα συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι οι δαπάνες για την παιδεία καθώς και το μέγεθος της τάξης δεν φαίνεται να παίζουν ουσιαστικό ρόλο στις επιδόσεις των μαθητών.

Μεταξύ των ετών 1980 και 2005, οι δημόσιες εκπαιδευτικές δαπάνες στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ ανά μαθητή αυξήθηκαν κατά (αποπληθωρισμένο) 73%. Την ίδια περίοδο οι ΗΠΑ προσέλαβαν περισσότερους δάσκαλους/καθηγητές με αποτέλεσμα η αναλογία εκπαιδευτικών/μαθητών να μειωθεί κατά 18%. Το μέγεθος των τάξεων στις ΗΠΑ το 2005 ήταν το μικρότερο στην ιστορία της χώρας. Ομως οι επιδόσεις των μαθητών το 2005 παρέμειναν στα επίπεδα του 1980. Ανάλογα είναι και τα αποτελέσματα και σε άλλες χώρες. Μεταξύ των ετών 1995-2004 χώρες όπως η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ολλανδία και η Ιαπωνία αύξησαν θεαματικά τις δαπάνες τους για την παιδεία. Ομως οι μέσες επιδόσεις των παιδιών στα μαθηματικά ηλικίας 13 και 14 ετών, είτε παρέμεναν οι ίδιες είτε χειροτέρευσαν.

Τα τελευταία έτη κάθε χώρα στον ΟΟΣΑ αύξησε τον αριθμό του εκπαιδευτικού προσωπικού σε σχέση με τον αριθμό των μαθητών. Ομως όλες οι έρευνες δείχνουν ότι η μείωση του μεγέθους της τάξης δεν έχει σημαντικές επιπτώσεις στις επιδόσεις των μαθητών. Από τις 112 μελέτες, μόνο οι 9 έδειξαν ότι υπάρχει ένας θετικός συσχετισμός. Οι άλλες 103 βρήκαν είτε ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση είτε ότι υπάρχει αρνητική σχέση -δηλαδή η μείωση του αριθμού των μαθητών σε μια τάξη όχι μόνο δεν βελτιώνει τις επιδόσεις αλλά ενίοτε τις χειροτερεύει. Η εξήγηση είναι απλή: στο βαθμό που η μείωση του μεγέθους των τάξεων σημαίνει περισσότερους καθηγητές, αυτό συνεπάγεται -με σταθερό το επίπεδο των δαπανών- αφ’ ενός λιγότερα χρήματα για κάθε καθηγητή και αφετέρου -και αυτό είναι το πιο σημαντικό- μειωμένες απαιτήσεις στην επιλογή του διδακτικού προσωπικού. Ο κυριότερος παράγοντας που φαίνεται να επηρεάζει τις μαθητικές επιδόσεις είναι η ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Διάφορες μελέτες που λαμβάνουν υπόψη τους όλους τους παράγοντες δείχνουν ότι οι μαθητές που διδάσκονται από καλούς εκπαιδευτικούς θα προχωρήσουν με τριπλάσια ταχύτητα από ό,τι μαθητές με κακούς εκπαιδευτικούς. Οι επιπτώσεις για τον μαθητή, σύμφωνα με την έκθεση, ενός χαμηλής ποιότητας δασκάλου στα πρώτα χρόνια του σχολείου, μπορεί όχι απλώς να είναι αρνητικές αλλά και μη αντιστρέψιμες. Οπως δείχνει μια σειρά ερευνών, οι μαθητές που δεν κάνουν αρκετή πρόοδο τα πρώτα χρόνια στο δημοτικό σχολείο, λόγω ενός κακού δασκάλου, έχουν ελάχιστες πιθανότητες να ανακάμψουν αργότερα.

Τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στρατολογούν συστηματικά τους πιο προικισμένους για να τους εντάξουν στο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Αυτό το επιτυγχάνουν μέσω της αυστηρής επιλογής των ατόμων που θα φοιτήσουν σε παιδαγωγικές ακαδημίες ή ανάλογα ιδρύματα. Τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο στρατολογούν τους δασκάλους από το κορυφαίο 5%- 30% των αποφοίτων. Στην Κορέα από το 5%, στη Φινλανδία από το 10% και στο Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη από το 30%. Αντίστροφα τα κακά εκπαιδευτικά συστήματα συνήθως ελκύουν τους χειρότερους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Μέση Ανατολή -όπου το επίπεδο της παιδείας είναι ιδιαίτερα χαμηλό- οι δάσκαλοι προέρχονται από το χειρότερο 30%. Το ίδιο παρεμπιπτόντως ίσχυε και μέχρι πρόσφατα στις ΗΠΑ!

Ενα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο των καλών εκπαιδευτικών συστημάτων είναι ότι δίνουν μεγάλη έμφαση στη σωστή επιλογή των ατόμων που θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο στο σχολείο (διευθυντές, γυμνασιάρχες λυκειάρχες). Ολες οι έρευνες δείχνουν ότι χωρίς έναν αποτελεσματικό και ικανό ηγέτη, ένα σχολείο είναι αδύνατο να αναπτύξει μια κουλτούρα υψηλών προσδοκιών ή να προσπαθεί να επιτύχει συνεχή βελτίωση. Ο μοναδικός ρόλος και η μοναδική υποχρέωση του διευθυντή ενός σχολείου είναι να επιβλέπει την ποιότητα της διδασκαλίας του απασχολούμενου εκπαιδευτικού προσωπικού. Δεν έχει καμιά άλλη γραφειοκρατική υποχρέωση, έτσι ώστε να μπορεί να αφοσιωθεί απερίσπαστα στο έργο του, που είναι η βελτίωση της διδασκαλίας των υφισταμένων του.


Λεζάντες: Από τις 122 μελέτες του ΟΟΣΑ, μόνο οι 9 έδειξαν ότι η μείωση των μαθητών ανά τάξη και η αύξηση καθηγητών βελτιώνει τις μαθητικές επιδόσεις. Οι άλλες 103 κατέγραψαν ως κυριότερο παράγοντα την ποιότητα του εκπαιδευτικού (φωτ. Reuter)


Διάφορα: ΙΔΕΕΣ –

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο